Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008










Έλιωσε ο χρόνος τη Δευτέρα

Χύθηκα σ'ένα χείμαρρο

Να αναρωτιέμαι τι έγινε.

Να βρίζω εσένα, να βρίζω εμένα,

Να βρίζω.

Ήθελα να ζήσω.

Έφυγε ο θυμός, γαλήνεψα.

Δεν βρίζω πια,

Ούτε εσένα, ούτε εμένα.

Ξανάρχισε ο χρόνος.

Μεγάλωσε η πόλη,

Μικρύναμε εμείς,

Οι ψυχές δεν γεμίζουν.

Άδεια κοχύλια περιφέρονται.

Στα όνειρα σε βρίσκω,

Στον νεκρό χρόνο,

Τον άδειο, στο τίποτα.

Επέστρεφε

Συχνά και παίρνε με τη νύχτα

Όταν τα χείλη και το σώμα ενθυμούνται.

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

Η ιστορία των δακρύων













Το πρόσωπό της είχε παγώσει, χλωμό, γκρι...στα μάτια της είχε μείνει η εικόνα του θανάτου, του τρόμου. Λίγο πριν το αίμα κυλούσε στις φλέβες της, λίγο πριν την είχε στην αγκαλιά του, τη φιλούσε, τη χάιδευε κι εκείνη του χαμογελούσε. Ήταν ζεστή, ζωντανή. Μύριζε γιασεμί και φρεσκοπλυμένο ρούχο. Ούτε που κατάλαβε πως έφτασε εδώ, πως άρπαξε το μαχαίρι. Ούτε που θυμάται γιατί. Ξέρει μόνο πως αυτή δεν υπάρχει πια. Πως το χαμόγελό της πάγωσε.

Τα χέρια του ήταν ακόμη γεμάτα από το αίμα της, το φόρεμά της λερωμένο, τσαλακωμένο. Τη σήκωσε στα χέρια του και την πήγε στο μπάνιο. Την καθάρισε από τα αίματα, της έπλυνε το πρόσωπο, αλλά δεν κατάφερε να διώξει το θάνατο από τα μάτια της. Της τα έκλεισε. Πλύθηκε κι αυτός, έδιωξε από πάνω του το βάρος της, τα "θέλω" της, την αυταρχικότητά της.

Την πήγε στο δωμάτιο και την έντυσε με ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα στο στέρνο. Της χτένισε τα μαλλιά και της φόρεσε το αγαπημένο της καπέλο. Την άφησε ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και πήγε στον κήπο. Έφτιαξε ένα πολύχρωμο μπουκέτο με τα αγαπημένα της λουλούδια και το έβαλε δίπλα της.

Φόρεσε το τζάκετ του, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου κι ετοιμάστηκε να βγει από το σπίτι. Φτάνοντας στην πόρτα άναψε ένα τσιγάρο και πέταξε το σπίρτο στον πάκο με τις εφημερίδες. Μπήκε στο αυτοκίνητο κι έβαλε μπροστά τη μηχανή. Καθώς απομακρυνόταν διέκρινε στον καθρέφτη τον καπνό που έβγαινε από το σπίτι.

Κάτι κύλισε στο μάγουλό του. Πρώτη φορά! Ένιωθε! Ένιωθε επιτέλους ελεύθερος! Τα δεσμά του είχαν σπάσει. Ένα δάκρυ, το πρώτο, έδωσε το σύνθημα. Ήταν ζωντανός! Τα δάκρυα κυλούσαν πια ανεξέλεγκτα. Τώρα πια μπορούσε να ζήσει ελεύθερος και να νιώσει όλα τα συναισθήματα που εκείνη του στέρησε. Ένα χαμόγελο ήρθε να μπλεχτεί με τα δάκρυά του. Την είχε πετάξει από πάνω του. την είχε σκοτώσει...τη μάνα του!

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Το φιλί











Πάγος το φιλί,

Πάγος σαν θάνατος.

Στα χέρια σου,

το κορμί ζητούσε,

Η ψυχή άδειαζε.

Νύχτα έξω.

Φως με τύφλωνε.

Μια στάλα αίμα.

Στα χείλη σου.

Το αίμα μου,

Δικό σου!

Το σώμα μου,

Δικό σου!

Εγώ...

Δική σου!

Βαμπιρ










Πόνεσα!

Πνίγηκε η φωνή,

Στο αίμα μου.

Βυθίστηκε η ψυχή.

Βάδιζα χαμένος.

Εικόνα σου στην αγκαλιά.

Σκοτάδι θυμού σ'έκρυβε.

Φώτησε πια!

Αναστήθηκα!

Εσύ πουθενά!

Εικόνα σου στα μάτια μου.

Ακόμη!...