Τετάρτη, 23 Απριλίου 2008

Ελπίδα


Κάθε μέρα την ψάχνω, να πιαστώ πάνω της,
Κάθε μέρα τη χάνω κι αγωνίζομαι,
Μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα
Τρέχω πίσω της και φεύγω μακριά της
Για χάρη της συνεχίζω, εξαιτίας της παραιτούμαι
Κι αυτή πάντα τόσο κοντά και τόσο άπιαστη,
Τόσο μακριά και τόσο δίπλα μου,
Χωρίς αυτή δεν ζω, τη χάνω και πνίγομαι,
Τη νιώθω να φεύγει και πνίγομαι,
Τρέχω πίσω της σαν παιδί πίσω απ’ τη μπάλα του,
Τρέχω, την κυνηγάω κι όλο τη χάνω
Κι όλο τη βρίσκω κι όλο μου γλιστρά,
Δίνει νόημα στη ζωή μου, δε ζητάει τίποτε
Κι όμως δεν είναι πάντα δίπλα μου,
Δεν με κρατάει από το χέρι όταν φοβάμαι,
Τότε είναι που τη χάνω, τότε είναι που χάνομαι
Που δεν βλέπω πια φως παρά μόνο σκοτάδι.
Μα ο ήλιος βγαίνει κάθε πρωί κι αυτή γυρίζει
Μου χαμογελάει κι αρχίζουμε πάλι από την αρχή…

Κυριακή, 13 Απριλίου 2008

Λέξεις…



Λέξεις σκόρπιες, μόνες, χορεύουν στο κεφάλι μου, δεν ξέρω τι να τις κάνω! Δεν μπορώ να τις βάλω σε μια σειρά, μετακινούνται συνέχεια, δεν τις προλαβάινω…Θέλω να τις πιάσω, να τις συντάξω, να βγάλουν νόημα, να καταλάβω επιτέλους τι είναι αυτό που φωνάζουν τόσο καιρό μέσα στο κεφάλι μου.

Άλλες τραγουδούν, άλλες χορεύουν, άλλες είναι χρωματιστές, άλλες μελωδικές. Με ποιον τρόπο να τις φτάσω; Πως θα καταφέρω να τις φέρω κοντά μου, να μου πουν κι εμένα αυτή την ιστορία που έχουν πει τόσες και τόσες φορές στα όνειρά μου, αυτά που το πρωί δεν θυμάμαι…

Και το θέλω, το θέλω πολύ να τις πλησιάσω, έχω τόσες ερωτήσεις να κάνω, τόσες απορίες να λύσω…ας τις σταματήσει κάποιος, ή ας μου πει πώς να τις φέρω κοντά μου, πώς να τις κάνω να μου μιλήσουν, να μου εξηγήσουν, να μου δώσουν απαντήσεις στα τόσα «γιατί» μου.

Φωνές γεμάτες, φωνές ασυνάρτητες, φωνές…γέμισε το κεφάλι μου από αυτές: «τρέξε, πρόλαβε, δούλεψε, μην αντιμιλάς, μην φωνάζεις, μην αντιστέκεσαι. Έτσι είναι η ζωή! Δεν μπορείς να έχεις ότι θέλεις, δεν είσαι όπως οι άλλοι!»

Για αυτό ψάχνω τις λέξεις μου, να τις βάλω στις θέση τους και μαζί με αυτές θα βάλω στη θέση τους και όλους αυτούς που μου λένε τι μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω. Τι μπορώ και τι δεν μπορώ να λέω. Γιατί τα πάντα τα μπορώ. Όλα τα μπορώ. Και κανείς δεν είναι σε θέση να μου βάλει όρια!

Κι όταν καταφέρω να μαζέψω τις λέξεις μου, θα χορέψω μαζί τους, θα βρω και πάλι τη φωνή μου. Γιατί χωρίς αυτές δεν έχω φωνή. Έχω μόνο ήχους άηχους. Οι λέξεις μου είναι κάπου εκεί και περιμένουν να πιαστούμε αγκαλιά και να πούμε ιστορίες, να τραγουδήσουμε τραγούδια που δεν έχουν ξαναειπωθεί. Να περιγράψουμε το χρώμα του κυριακάτικου ήλιου και τις φωνές των παιδιών στις αλάνες.

Ώρες ώρες νιώθω πως τις χάνω, πως κρύβονται κι η φωνή μου χάνεται μαζί τους κι έπειτα τις ξαναβρίσκω στους φίλους μου, στις αγκαλιές και τα γέλια, αλλά τότε είναι οι καρδιές που μιλάνε και πάλι δεν μπορώ να τις βάλω σε σειρά. Τρέχω πίσω τους, δεν τις προλαβαίνω, όλο μου ξεφεύγουν. Είναι φορές που νιώθω πως με κοροϊδεύουν, πως παίζουν μαζί μου κι είναι φορές που έρχονται και με πιάνουν από το χέρι, που με οδηγούν μόνες τους στο μονοπάτι τους κι εγώ απλά ακολουθώ.