Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

4

Μ’ αγαπάει κανείς;

Που είναι όλοι αυτοί που με παίνευαν; Όλοι αυτοί που περηφανεύονταν για μένα; Που χάθηκαν;

Μ’ αγαπάει κανείς;

Που είναι όλοι αυτοί που μιλούν για την ιστορία και τα χώματα μου σαν να τους ανήκουν; 

Μ’ αγαπάει κανείς;

Αυτοί που με τραγούδησαν που είναι; Κι αυτοί που έγραψαν για μένα; Που είναι αυτοί που ακόμα για το χώμα μου μιλούν;

Μ’ αγαπάει κανείς;

Γέννησα επιστήμονες, καλλιτέχνες, ανθρώπους του μόχθου, της ζωής  που πήγαν κι αυτοί;

Μ’ αγαπάει κανείς;

Γέννησα αγωνιστές, ονειροπόλους, γέννησα ποιητές, γέννησα ανθρώπους καθημερινούς που έλεγαν θα πέθαιναν για μένα. Που πήγαν;

Μ’ αγαπάει κανείς;

Που πήγαν όλοι αυτοί που ήθελαν να με σώσουν;  Που χάθηκαν κι αυτοί που έφαγαν το ψωμί μου;

Μ’ αγαπάει κανείς;

Γεμάτο αίμα το χώμα μου, κι η ψυχή μου άδεια. Μόνο μοναξιά και εξαθλίωση γεμάτη η ζωή μου. Ντροπή και διασυρμός.

Μ’ αγαπάει κανείς; Εμένα; Για μένα;




Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

3

Το φουστάνι μου είναι γεμάτο αίματα και λάσπες.

Τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει στα χέρια μου. Τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει  για μένα.

Τώρα έρχονται και με κοματιάζουν, ο καθένας κι από λίγο, κάποιος μου έσκισε ένα μανίκι, άλλος μου έκοψε μια τούφα από τα μαλλιά μου.

Τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει στα χέρια μου, τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει για μένα.

Σήμερα στέκομαι στο κέντρο της πλατείας και όποιος περνάει με φτύνει. Ντρέπομαι για μένα, ντρέπομαι για τα παιδιά μου. Ντρέπομαι.

Τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει στα χέρια μου, τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει για μένα.

Ήμουν όμορφη κάποτε, έλαμπαν τα μαλλιά μου στον ήλιο, έλαμπε το φόρεμα μου, ήμουν περήφανη για τα παιδιά μου.

Τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει στα χέρια μου, τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει για μένα.

Σήμερα στέκομαι στο κέντρο μιας πλατείας και περνάνε και με φτύνουν, πρώτοι από όλους τα παιδιά μου.

Τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει στα χέρια μου, τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει για μένα.

Το αίμα έχει καθαρίσει από τα χέρια μου, μόνο βρωμιά έχει μείνει, μόνο βούρκο στάζουν τα μάτια μου.

Τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει στα χέρια μου, τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει για μένα.

Η ανάσα μου βρωμάει από την πείνα,  τα νύχια μου στάζουν  λίγδα και σάλια. Τα σάλια όσων με έγλυφαν κι αυτών που τώρα με φτύνουν.

Τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει στα χέρια μου, τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει για μένα.

Τα πόδια μου βουτηγμένα στο βούρκο, τα γόνατα μου βουτηγμένα στο βούρκο, ο λαιμός, το κεφάλι μου, βουτηγμένα στο βούρκο.

Τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει στα χέρια μου, τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει για μένα.

Στο βούρκο, πνιγμένη στη βρώμα των πτωμάτων, στα σκουλίκια που τόσα χρόνια γλεντούν τρώγοντας τις σάρκες μου.

Τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει στα χέρια μου, τόσοι και τόσοι έχουν πεθάνει για μένα.

Στέκομαι όρθια ακόμα, με τα χέρια ανοιχτά και ΠΕΡΙΜΕΝΩ, ΠΕΡΙΜΕΝΩ αυτόν που θα είναι περήφανος για μένα, αυτόν που θα με αγαπάει για μένα, ΠΕΡΙΜΕΝΩ  αυτόν που θα με προστατέψει.  Αυτόν που θα έρθει να καθαρίσει το σώμα μου, αυτόν που θα διώξει τα σκουλήκια από πάνω μου. ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

2


Βγήκα στους κάδους να ψάξω για τροφή, ρακένδυτη και βρώμικη κυκλοφορώ.

Λιώσαν τα ρούχα μου στους ώμους, λιώνω κι εγώ σιγά σιγά. Έγυρε το σώμα μου πιο κοντά στη γη, πληγιάζουν τα πόδια μου από το κρύο.

Βγήκα στους κάδους να ψάξω για τροφή, ρακένδυτη και βρώμικη κυκλοφορώ.

Σέρνω τα πόδια μου στο δρόμο, σέρνω και το σκυλί μου πίσω μου. Αυτό μου έμεινε μόνο. Ένα σκυλί γέρικο και κοκαλιάρικο.

Βγήκα στους κάδους να ψάξω για τροφή, ρακένδυτη και βρώμικη κυκλοφορώ.

Τα παιδιά μου τα έδωσα, δεν έχω να τα θρέψω. Νηστικά και βρώμικα γιατί να τα κρατήσω; Τα έδωσα να μου τα μεγαλώσουν.

Βγήκα στους κάδους να ψάξω για τροφή, ρακένδυτη και βρώμικη κυκλοφορώ.

Τα μεγάλα μου έφυγαν, πήραν τον δρόμο το παλιό, αυτόν της ξενητιάς. Κι ούτε που ξέρω αν θα τα ξαναδώ, ούτε που ξέρω τι θα κάνουν.

Βγήκα στους κάδους να ψάξω για τροφή, ρακένδυτη και βρώμικη κυκλοφορώ.

Οι σωτήρες μου κι όλοι οι αγαπητικοί μου με σέρνουν δεξιά κι αριστερά. Δεν με παρατάνε ακόμη, ακόμη κάτι περιμένουν να μου πάρουν.

Βγήκα στους κάδους να ψάξω για τροφή, ρακένδυτη και βρώμικη κυκλοφορώ.

Οι κλέφτες που με κλέβαν τόσα χρόνια τώρα μου δίνουν τάχα ένα πιάτο φαί. Με χτυπούν στον ώμο και φωτογραφίζονται μαζί μου.

Βγήκα στους κάδους να ψάξω για τροφή, ρακένδυτη και βρώμικη κυκλοφορώ.

Δεν θέλω τα φαγιά τους, δεν θέλω τη συμπόνια τους. Την ησυχία μου θέλω. Να με αφήσουν επιτέλους στη μοίρα τη δικιά μου.

Βγήκα στους κάδους να ψάξω για τροφή, ρακένδυτη και βρώμικη κυκλοφορώ.

Δεν θέλω άλλους σωτήρες να με σώσουν, δεν αντέχω άλλο σώσιμο, με έχει τσακίσει η σωτηρία τους.  Ζητιάνα έχω γίνει.

Βγήκα στους κάδους να ψάξω για τροφή, ρακένδυτη και βρώμικη κυκλοφορώ.

Με διώξαν από το σπίτι μου, με διώξαν κι από τη γειτονιά μου. Ντροπή για όλους έγινα, ντροπή για κείνους και για μένα.

Βγήκα στους κάδους να ψάξω για τροφή, ρακένδυτη και βρώμικη κυκλοφορώ.

Κρύφτηκα κι εγώ σε μια γωνιά, πήρα αγκαλιά κι εναν κοπρίτη και προσπαθώ να πορευτώ. Να επιζήσω, να φάω και να κοιμηθώ.

Βγήκα στους κάδους να ψάξω για τροφή, ρακένδυτη και βρώμικη κυκλοφορώ. Και δεν με αφήνυν ούτε να πεθάνω!



Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

1


Ασφυκτιούσε!

Άκουγε το χώμα να χτυπάει το φέρετρο. Δεν μπορούσε να δει, ήταν πολύ σκοτεινά εκεί μέσα, σκοτεινά και υγρά, η μυρουδιά της μούχλας της έπνιγε τα ρουθούνια.

Ασφυκτιούσε!

Δεν είχε πεθάνει κι όμως δέκα εκατομύρια άνθρωποι είχαν έρθει στην κηδεία της και με τη σειρά του ο καθένας, περιμένοντας υπομονετικά, μισοκλαίγοντας, μισοαδιαφορόντας, έριχναν το χώμα στο φέρετρο, όπως ορίζει το έθιμο.

Ασφυκτιούσε!

 Ηταν τόσο στενά εκεί μέσα που δεν μπορούσε καθόλου να κουνηθεί, σαν να το είχαν κάνει το φέρετρο όσο πιο στενό γινόταν.

Ασφυκτιούσε!

Ο ήχος, μονότονος, όπως και η μυρωδιά από μούχλα και χώμα που την κάλυπταν την έπνιγαν.

Ασφυκτιούσε!

Ήθελε να φωνάξει. ΖΩ! ΔΕΝ  ΠΕΘΑΝΑ! Δεν έβγαινε φωνή από το στόμα της. Μόνο κάτι σκουλίκια είχαν αρχίσει να βγαίνουν.

Ασφυκτιούσε!

Προσπάθησε να φέρει το χέρι στο στόμα, να καθαριστεί. Χωρίς αποτέλεσμα. Όσο σκουπιζόταν τόσο τα σκουλίκια αυξάνονταν.

Ασφυκτιούσε!

Ένα μαύρο υγρό άρχισε να τρέχει από τους πόρους του κορμιού της. Σαν πύον, μόνο πιο βρωμερό. Ένιωθε πως θα πνιγόταν μέσα του.

Ασφυκτιούσε!

Η βρώμα γινόταν όλο και πιο αφόρητη. Ήθελε να βγεί. Ήθελε να ζήσει. Δεν ήθελε να πεθάνει έτσι.

Ασφυκτιούσε.

Κάποιοι αποφάσησαν πως είχε πεθάνει και όσοι ήρθαν στην κηδεία της το είχαν αποδεχτεί. Όμως αυτή ήταν ακόμα ζωντανή.

Ασφυκτιούσε!

Ποιος θα το πίστευε πως αυτό ήταν το τέλος της; Ζωντανή μέσα σε ένα στενό φέρετρο, με το σώμα της να ξερνάει σκουλίκια και μαύρο πύον.

Ασφικτυούσε!

Ένιωσε το χώμα πιο βαρύ πάνω της, άρχισε να ελπίζει πως μπορεί να σπάσει το φερετρο έτσι και να βγει.

Ασφυκτιούσε!

Όμως την ήθελαν νεκρή! Κάποιους τους βόλευε περισσότερο έτσι. Το δέχτηκε και σταμάτησε να αντιστέκεται. Δεν ήταν πια μόνη. Δέκα εκατομύρια άνθρωποι ήταν μαζί της, μέσα στο φέρετρο.

Έκλεισε τα μάτια.


 Τετέλεσται!

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Αντίο;

Εσύ,

Μια εικόνα,

Τα μάτια σου,
Μια χαμένη μάχη,

Ένα χαμένο όνειρο,

Στο δρόμο,
Φεύγεις ξανά,

Άλλη μια φορά
Ψάχνεις τη λύτρωση,
Στη φυγή,

Πάλι,

Μια μπλε βαλίτσα,
Μια μαύρη καρδιά,

Μια ελπίδα για αύριο
Νεκρή στο δρόμο,

Δεν θα ρθει μαζί,
Την αφήνεις πίσω,

Σε μένα.

Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Ζωή μου...

Περπατούσα στην άκρη της πόλης,

Δεν ήθελα κόσμο,

Μόνο να κρύβομαι,

Ο κόσμος ο δικός μου μια σταλιά

5 άνθρωποι όλοι κι όλοι.

Χαμένος χρόνος στο τίποτα,

Ατελείωτες συζητήσεις,

Περιμένοντας τη ζωή.

Αυτή να τρέχει μπροστά,

Κι εγώ να κοιτάζω.

Ο χρόνος να χάνεται

Κι εγώ σε στάση.

Βαρέθηκα να περιμένω,

Να την ψάξω θέλω,

Να τη ζήσω,

Να την πιάσω στα χέρια μου.

Να ζήσω θέλω!

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Στο τέρμα

Κυνηγάω το όνειρο

Κι όλο φεύγει,

Είμαι πίσω του,

Ποτέ δίπλα,

Μισή ψυχή,

Γιατί, για ποιόν,

Για πόσο;

Ποιο όνειρο;

Το ξέρω;

Το βλέπω;

Το έχασα;

Στα χαμένα,

Πάλι εδώ,

Πάλι στο τέρμα.

Σκοτάδι,

Άδειο, στεγνό

Σκοτάδι.

Μια χαραμάδα...

Πουθενά!