Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2007

ΑΓΑΠΗ

Το αιώνιο θέμα....

Η ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΖΗΤΟΥΝ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Ευτυχισμένη η στιγμή που εσύ κι εγώ
καθόμαστε μες στο παλάτι,
δυο μορφές, δυο σώματα,
αλλά μια ψυχή, εσύ κι εγώ.
Τα χρώματα του τεμένους και τα κελαηδήματα των πουλιών
μας προσφέρουν την αθανασία.
Τη στιγμή που θα μπούμε στον κήπο, εσύ κι εγώ,
τ'αστέρια τ' ουρανού θα 'ρθουν από πάνω μας
για να μας φωτίσουν,
θα τους δείξουμε το ίδιο φεγγάρι, εσύ κι εγώ,
εσύ κι εγώ θα χαθούμε μαζί μέσα στην έκσταση,
χαρούμενοι κι αδιάφοροι για τις ανόητες φλυαρίες,
εσύ κι εγώ,
όλα τα πολύχρωμα φτερωτά του ουρανού θα μας ζηλεύουν,
εκέι όπου θα χαιρόμαστε μ'αυτό τιν τρόπο,
εσύ κι εγώ.
Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη στιγμή μας,
όπου, εσύ κι εγώ, καθισμένοι στην ίδια άκρη,
θα είμαστε μαζί ο εραστής και ο αγαπημένος,
εσύ κι εγώ.


Με αφορμή το βιβλίο που μου χάρησε ένας πολύ καλός φίλος.
Το ποίημα είναι του Τζαλαλουντίν Ρουμί, ενός τούρκου ποιητή και στοχαστή που γεννήθηκε κάπου στα 1200μχ.

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2007

message personnel

Με αφορμή κάτι που λέγαμε για προσμόνη...

Au bout du téléphone, il y a votre voix
Et il y a des mots que je ne dirai pas
Tous ces mots qui font peur quand ils ne font pas rire
Qui sont dans trop de films, de chansons et de livres
Je voudrais vous les dire
Et je voudrais les vivre
Je ne le ferai pas,
Je veux, je ne peux pas
Je suis seule à crever, et je sais où vous êtes
J'arrive, attendez-moi, nous allons nous connaître
Préparez votre temps, pour vous j'ai tout le mien
Je voudrais arriver, je reste, je me déteste
Je n'arriverai pas,
Je veux, je ne peux pas
Je devrais vous parler,Je devrais arriver
Ou je devrais dormir
J'ai peur que tu sois sourd
J'ai peur que tu sois lâche
J'ai peur d'être indiscrète
Je ne peux pas vous dire que je t'aime peut-être

Mais si tu crois un jour que tu m'aimes
Ne crois pas que tes souvenirs me gênent
Et cours, cours jusqu'à perdre haleine
Viens me retrouver
Si tu crois un jour que tu m'aimes
Et si ce jour-là tu as de la peine
A trouver où tous ces chemins te mènent
Viens me retrouver
Si le dégoût de la vie vient en toi
Si la paresse de la vie
S'installe en toi
Pense à moi
Pense à moi

Mais si tu crois un jour que tu m'aimes
Ne le considère pas comme un problème
Et cours, cours jusqu'à perdre haleine
Viens me retrouver
Si tu crois un jour que tu m'aimes
N'attends pas un jour, pas une semaine
Car tu ne sais pas où la vie t'emmène
Viens me retrouver
Si le dégoût de la vie vient en toi
Si la paresse de la vie
S'installe en toi
Pense à moi
Pense à moi.

Mais si tu...


Φυσικά από την Isabelle Huppert

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2007

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

Επέστρεφε
Συχνά και παίρνε με
Αγαπημένη αίσθησις
Επέστρεφε κα παίρνε με
Όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη
Κι επιθυμία παλιά ξαναπερνάει στο αίμα
Όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται
Κι αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν άλλην
Επέστρεφε
Συχνά και παίρνε με τη νύχτα
Όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται.


Ποίηση: Κωνσταντίνος Καβάφης

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2007

Ηλιος




Όπως πάντα όλα αρχίζουν και τελειώνουν εκεί...στη ζεστασιά του...

ΤΙ ΜΑΓΕΙΡΕΥΟΥΝ ΠΑΛΙ ΣΗΜΕΡΑ ;

Πείνασα! Τι τρώνε πάλι σήμερα; Πόσες χιλιάδες φορές δεν έχω αναρωτηθεί το ίδιο! Και βαριέμαι σήμερα, άσε που δεν έχω πάει και για ψώνια...μάλλον θα παραγγείλω κάτι πλαστικό, άλλωστε μόνο πλαστικά τρώμε τελευταία, πλαστικά νέα, πλαστική τηλεόραση, πλαστικούς ανθρώπους, πλαστικές σχέσεις, πλαστικό έρωτα....Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις που νιώθω ότι στ’αλήθεια γεύομαι έναν άνθρωπο... μια κατάσταση, που νιώθω ότι μοιράζομαι τη στιγμή, την αίσθηση, το άρωμα...

Η καθημερινότητα τείνει να μας αναισθητοποιεί και προσπαθώ να αντισταθώ. Δεν ξέρω αν τα καταφέρνω, προσπαθώ πάντως. Σταματώ στο δρόμο για να κοιτάξω κάτι που μου αρέσει, χαμογελάω στα μωρά, μιλάω στα αδέσποτα κι εγώ αδέσποτη είμαι άλλωστε. Έχω οικογένεια και μαμά και μπαμπά κι αδερφό και νύφη και ανίψια (3!!!) απλά λείπω τόσα χρόνια που έχω ξεχάσει πως είναι να ζει κανείς μαζί τους. Κι εδώ έχω οικογένεια, τους φίλους μου και τα ζώα μου. Παραμένω παρόλα αυτά ένα γνήσιο αδέσποτο. Γιατί όπως και οι αδέσποτοι φίλοι μου δεν κάθομαι κάπου αν δεν περνάω καλά, δεν κάνω τίποτα με το ζόρι, λατρεύω να λιάζομαι κάτω από τον ήλιο και να τριγυρίζω ελεύθερη.

Ξημέρωσε ένας γκρι ουρανός σήμερα και με παρέσυραν τα σύννεφα μαζί τους, με τράβηξαν μαζί τους, όχι όμως σαν τα σύννεφα της Τσανακλίδου, άλλα γκρι σύννεφα, πληγωμένα, φοβισμένα...τέτοια που δεν θέλω στον ουρανό μου, τον δικό μου τον θέλω καταγάλανο με μπόλικο πορτοκαλί του ηλιοβασιλέματος, με μπόλικο ροζ και κόκκινο...Δε με βοηθάει κι αυτός ο καιρός σήμερα, δε μου δίνει μια ηλιαχτίδα να πιαστώ και ν’ανέβω, δε μου σκάει ένα χαμόγελο για να το κάνω γέλιο, να το γεμίσω χρώματα, να πετάξω μαζί του...

Ξαναμπήκα στο αυτοκίνητο. Θα πάω μια βόλτα στο Σούνιο, εκεί μπορεί να βρω τον ήλιο, έστω μια ματιά του να μου ρίξει κι εγώ θα είμαι και πάλι γελαστή, θα βρω και πάλι τη δύναμη να σηκωθώ και να πω "αντέχω ακόμα μάτια μου" που λέει κι ο Βασίλης, θα γεμίσω αισιοδοξία, αυτός βλέπει τόσα κάθε μέρα και ξαναβγαίνει, άρα μπορώ κι εγώ. Δεν τον βλέπω πουθενά όμως σήμερα, που πήγε και κρύφτηκε, τι τον τρόμαξε και δεν βγήκε; Θα συνεχίσω να ψάχνω! Δεν τα παρατάω έτσι εύκολα! Θα την βρω την ηλιαχτίδα μου και θα πάρω πίσω το χαμόγελό μου.

Τελικά δεν έφτασα Σούνιο, στο δρόμο βρήκα μια γούνινη μπάλα, δεν έχει όνομα για την ώρα, πάντως είναι σκύλος και είναι γελαστός! Δεν χρειάστηκε τελικά να πάω και πολύ μακριά για να βρω μια ηλιαχτίδα, έφτασα μόλις λίγο έξω από τη Γλυφάδα! Επιστρέφουμε στο σπίτι για ένα καλό φαγητό κι ένα ζεστό μπάνιο. Ο μικρός κοιμάται στο κάθισμα του συνοδηγού, φαίνεται ταλαιπωρημένος αλλά κατά τα άλλα δείχνει να είναι μια χαρά. Τα υπόλοιπα θα μας τα πει ο κτηνίατρος το πρωί. Σκέφτομαι να τον ονομάσω Λιάκο, από το ηλιάκος! Ναι, μου αρέσει και είναι και δισύλλαβο όπως πρέπει!

Το αποφάσισα, θα παραγγείλω απ’έξω, άλλωστε έχω πολύ δουλεία, πρέπει να μπανιαρίσω τον Λιάκο και να βάψω τον ουρανό μου!!!

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2007

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2007


Κάτι σαν τον καιρό σήμερα... συννεφιά....
Κάτι λείπει και δεν ξέρω τι...Τι ψάχνεις πάλι; Τι λείπει? Ενα κενό, εδώ στην καρδιά μου... Είναι άδειο κι όμως το νιώθω να πονάει, με ρουφάει μέσα του, με βάφει γκρι και το συχαίνομαι το γκρι...
Θέλω κάτι να με ξεσηκώσει από την αρχή, να βγώ απο τη λάσπη, να τρέξω στον ήλιο και να τον κοιτάξω κατάματα, όπως έκανα παιδί...

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2007

Τηλεφωνικός θάλαμος!


6978351429, καλεί... λες να απαντήσει κανείς; Η περιέργια σκότωσε τη γάτα αλλά για καλή μου τύχη δεν είμαι γάτα και μπορώ να είμαι όσο περίεργη θέλω! Τώρα θα μου πεις που ακούστηκε να καλείς ένα νούνερο που απλά είδες μπροστά σου σ’έναν τηλεφωνικό θάλαμο! Είμαι περίεργη, πως να το κάνουμε. Αν είχε μια ένδειξη, «μασάζ ο Μάκης» για παράδειγμα, δεν θα έπερνα, αυτό όμως ήταν εκεί μόνο του, χωρίς καμία διευκρίνηση. Ποιος το έγραψε, γιατί, τι αναζητούσε, όλα αυτά τα ερωτήματα έκαναν την περιέργια μου να νικήσει γι’άλλη μια φορά.

Θα το σηκώσει κανείς άραγε; Τι θα σκεφτεί; Ισως να μην το έχει γράψει ο ίδιος εκεί αλλά κάποιος για να του κάνει πλάκα! Κι εγώ έχω μπει στον πειρασμό να γράψω τον αριθμό κάποιας σ’έναν τηλεφωνικό θάλαμο, έτσι για να της κάνω καζούρα, εντάξη και για να την εκδικηθώ λιγάκι. Τελικά επικράτησε η λογική και δεν το έκανα γιατί σκέφτηκα πως θα εκνευριζόταν να της τηλεφωνούσε ο κάθε άσχετος. Βέβαια είχα σκοπό να βάλω και διευκρίνηση, δεν θα το άφηνα έτσι σκέτο όπως αυτό που βρήκα... «πάρε με τώρα, Λίτσα» Νομίζω ότι θα είχε επυτυχία, δεν είναι λίγοι αυτοί που τηλεφωνούν σε τέτοια νούμερα! Δεν μπόρεσα! Βασικά το πρόβλημά μου ήταν ότι δεν θα ήμουν μπροστά για να απολαμβάνω τη σκηνή!

Αλήθεια, γιατί κάποιος να γράφει το τηλέφωνό του σ’έναν τηλεφωνικό θάλαμο ή σε κάποια τουαλέτα; Που αποσκοπεί; Θα μπορούσε να βάλει μια αγγελία «με λένε Λόλα τα κάνω όλα» ή « Γιώργος τεράστιος, πάρε με και δεν θα χάσεις» και να’χει την επυτυχία στο τσεπάκι! Οι γραμμή θα ήταν μονίμως κατηλημένη. Μιλάμε για πολλές κλήσεις! Ποιος είναι ο λόγος μιας τέτοιας ενέργειας ; Γιατί μπαίνει κάποιος στη διαδικασία αυτή; Θα μπορούσε κάποιος χωρίς πολύ σκέψη να πει ότι έχει να κάνει με ανάγκη για περιστασιακό σεξ. Από την άλλη ο αντίλογος θα ήταν ότι ο εκάστωτε ενδιαφερόμενος θα μπορούσε να παέι σ’ένα μπαρ και να βλέπει και τους υποψήφιους, γιατί να γράψει το τηλεφωνό του εκεί;

Οσο πιο πολύ το σκέφτομαι τόσο καταλύγω ότι έχει να κάνει με ανάγκη για επικοινωνία. Με την ανάγκη να χτυπήσει το ρημάδι το τηλέφωνο και ν’ακουστεί μια φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής και να μιλήσουμε σ’έναν άνθρωπο άγνωστο, δεν έχει σημασία, να μιλήσουμε μόνο, να νιώσουμε λιγότερο μόνοι, να νιώσουμε ότι υπαρχουμε.
Η φωνή μοιάζει να είναι η μόνη απόδειξη της υπαρξής μας, μιλάμε άρα υπάρχουμε. Κι ένα νούμερο γραμμένο σ’ενα τηλεφωνικό θάλαμο γίνεται το παράθυρο για να βρεθεί η δεύτερη φωνή, αυτή που θα επιβεβαιώση την ύπαρξη της δική μας, αυτή που θα προκάλεσει την αντίδραση : «Καλησπέρα, με λένε Ηρα, είδα το νούμερό σας γραμμένο σ’ένα θάλαμο και σκέφτηκα να σας πάρω», « Καλησπέρα είμαι η Μαρία, χαίρομαι που το κάνατε». Έτσι η μία φωνή επιβεβαιώνει την ύπαρξη της άλλης, έτσι δύο άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι υπάρχουν.

Από την άλλη με πληγώνει ότι υπάρχει τόση μοναξιά, τόση ανάγκη για ν’ακούσει κάποιος μια φωνή που να γράφει το τηλέφωνό του όπου να’ ναι. Με πονάει που υπάρχουν άνθρωποι που είναι μόνοι, που δεν έχουν κανέναν για να τους θυμίσει ότι υπάρχουν και κυρίως που έχουν ανάγκη από κάποιον άλλο για να τους το επιβεβαιώσει. Πως γίνεται να μην ξέρεις ότι υπάρχεις; Είναι δυνατόν να περιμένεις από κάποιον άγνωστο, από μια φωνή να σου θυμίσει ότι δεν έχεις πεθάνει και ζεις; Με τρομάζει η ιδέα και μόνο, ίσως αυτός ο φόβος να με κάνει τόσο κοινωνική και τόσο ομιλητική που συχνά να μου ζητούν να σκάσω επιτέλους! Λες να μιλάω για ν’ακούω την φωνή μου και να νιώθω ότι υπάρχω; Ελπίζω πως όχι!!! Είναι τόσα πολλά αυτά που μου το θυμίζουν κάθε μέρα! Ο Κλικ για παράδειγμα, που έρχεται πρωί πρωί κάνοντάς μου χαρές για να τον βγάλω βόλτα! Αν δεν υπήρχα δεν θα ερχόταν και θα γλίτωνα και το περπάτημα πρωϊνιάτικα! Αρα υπάρχω! Ας μη μιλήσουμε για τον ήλιο που μπαίνει κάθε πρωί αδιάκριτα από το παράθυρο!

Μ’αυτά και μ’αυτά έχω αρχίσει σοβαρά να αναρωτιέμαι γιατί για να επιβεβαιώσουμε την ύπαρξή μας χρειάζεται και κάποιος τρίτος, άνθρωπος ή ζώο! Τώρα θα μου πεις, είμαστε κοινωνικά όντα κι έχουμε ανάγκη από την ανθρώπινη επαφή, αλλά από την άλλη, δεν θα έπρεπε να είμαστε λίγο πιο σίγουροι για τον εαυτό μας, «σκέφτομαι άρα υπάρχω» δεν είχε πει ο Ντεκάρτ; Τι έχει αλλάξει για να μην ξέρουμε αν υπάρχουμε; Μηπώς έχουμε σταματήσει να σκεφτόμαστε; Σίγουρα σκεφτόμαστε διαφορετικά, είμαστε πιο εγωϊστες αλλά πάντα σκεφτόμαστε κάτι, άρα υπάρχουμε! Ισως από την άλλη να παίζει ρόλο και το γεγονός ότι τελευταία υπερισχύει το τι έχω κι οχι το τι είμαι κι όταν δεν έχω νιώθω ότι δεν είμαι! Ισως τελευταία γινόμαστε όλο και λιγότερο άνθρωποι με αποτέλεσμα να ξεχνάμε αν είμαστε και τι.

Δεν το σηκώνει κανεις, μήπως να το κλείσω; «Παρακαλω, ποιος είναι; Μ’ακούτε; Ποιος είναι;» Να που κάποιος απάντησε! Και τι του λέω τώρα;

Γιατί κάποιοι τυχεροί θα το χαρούν από κοντά...

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2007

Αχχ αυτός ο ήλιος...

Sous le ciel de Paris

Sous le ciel de Paris
S'envole une chanson hum hum
Elle est née d'aujourd'hui
Dans le cœur d'un garçon
Sous le ciel de Paris
Marchent des amoureux hum hum
Leur bonheur se construit
Sur un air fait pour eux
Sous le pont de Bercy
Un philosophe assis
Deux musiciens
Quelques badauds
Puis les gens par milliers
Sous le ciel de Paris
Jusqu'au soir vont chanter hum hum
L'hymne d'un peuple épris
De sa vieille cité
Près de Notre Dame
Parfois couve un drame
Oui mais a Paname
Tout peut s'arranger
Quelques rayons
Du ciel d'été
L'accordéon d'un marinier
L'espoir fleurit
Au ciel de Paris
Sous le ciel de Paris
Coule un fleuve joyeux hum hum
Il endort dans la nuit
Les clochards et les gueux
Sous le ciel de Paris
Les oiseaux du Bon Dieu hum hum
Viennent du monde entier
Pour bavarder entre eux
Et le ciel de Paris
A son secret pour lui
Depuis vingt siècles
Il est épris
De notre île Saint Louis
Quand elle lui sourit
Il met son habit bleu hum hum
Quand il pleut sur Paris
C'est qu'il est malheureux
Quand il est trop jaloux
De ses millions d'amants hum hum
Il fait gronder sur nous
Son tonnerre éclatant
Mais le ciel de Paris
N'est pas longtemps cruel hum hum
Pour se faire pardonner
Il offre un arc en ciel

Piaf φυσικά...
άντε και καλή μας μέρα :)

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2007

mon amant de saint jean

Μάλλον είναι ο ήλιος...

- Je ne sais pourquoi j'allais danser
A Saint-Jean au musette,
Mais quand un gars m'a pris un baiser,
J'ai frissonné, j'étais chipée
Comment ne pas perdre la tête,
Serrée par des bras audacieux
Car l'on croit toujours
Aux doux mots d' amour
Quand ils sont dits avec les yeux
Moi qui l'aimais tant,
Je le trouvais le plus beau de Saint -Jean,
Je restais grisée
Sans volonté
Sous ses baisers.


- Sans plus réfléchir, je lui donnais
Le meilleur de mon être
Beau parleur chaque fois qu'il mentait,
Je le savais, mais je l'aimais.
Comment ne pas perdre la tête,
Serrée par des bras audacieux
Car l'on croit toujours
Aux doux mots d'amour
Quand ils sont dits avec les yeux
Moi qui l'aimais tant,
Je le trouvais le plus beau de Saint-Jean,
Je restais grisée
Sans volonté
Sous ses baisers.


- Mais hélas, à Saint-Jean comme ailleurs
Un serment n'est qu'un leurre
J'étais folle de croire au bonheur,
Et de vouloir garder son cœur.
Comment ne pas perdre la tête,
Serrée par des bras audacieux
Car l'on croit toujours
Aux doux mots d'amour
Quand ils sont dits avec les yeux
Moi qui l'aimais tant,
Mon bel amour, mon amant de Saint-Jean,
Il ne m'aime plus
C'est du passé
N'en parlons plus.

Φυσικά από την Piaf...

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2007

Ποιο ήταν το αγαπημένο μου παιχνίδι

Ο Κώστας ήταν ο καλύτερός μου φίλος, μαζί πηγαίναμε στο σχολείο, μαζί γυρνούσαμε, μαζί παίζαμε, μαζί λερωνόμασταν και όλως περιέργως ποτέ δεν μαλώναμε!!! Από τα νήπια μαζί, μέναμε και δίπλα - δίπλα, όλες τις σκανταλιές μαζί τις κάναμε, σκαρφαλώναμε, τσαλαβουτούσαμε, παίζαμε μπάλα, κρυφτο-κυνηγητό, πεταλίδες, πηγαίναμε στο γιατρό για να μας ‘‘ράψει’’, λέγαμε για φαντάσματα...

Όλες μου οι αναμνήσεις από την παιδική ηλικία έχουν και τον Κώστα μέσα και μαζί μ’αυτόν, τον Γρηγόρη, τον Δημήτρη, τον Γιώργο...όλη την παρέα. Με τα κορίτσια δεν πολυ-έπαιζα γιατί, για να λέμε και την αλήθεια, έβρισκα τα παιχνίδια τους βαρετά. Ενώ με τα παιδιά αλωνίζαμε όλο το χωριό, παίζαμε μπάλα, μπάσκετ, ξύλο, όλα μέσα στο παιχνίδι ήταν. Ποτέ δεν βαριόμουν.

Γυρνούσαμε απ’το σχολείο, κάναμε τσάκα τσάκα τα μαθήματά μας και μαζευόμασταν μέχρι αργά το βράδυ, μέχρι που κάποια μαμά έκανε την αρχή να φωνάξει για να μαζευτούμε, μετά, λες και αυτό ήταν το σύνθημα, έβγαιναν και οι υπόλοιπες. Κι έμπαινα με βαριά καρδιά στο σπίτι, το μυαλό μου ακόμη στα παιχνίδια που είχαμε παίξει και σ’αυτά που είχαμε αφήσει στη μέση για να τα συνεχίσουμε την επομένη. Λάσπες και χώματα, τα γόνατα μου ματωμένα τα χέρια μου το ίδιο κι η μαμά μου το ίδιο τροπάριο κάθε φορά: «βρε πουλάκι μου, χάλια έγινες πάλι, πως τα καταφέρνεις κάθε φορά;».

Νομίζω πως όλες οι μαμάδες το ίδιο έλεγαν, και του Κώστα και του Γρηγόρη και του Δημήτρη...μετά από πολύ σκέψη είχαμε καταλήξει ότι κάθε φορά που γεννιόταν ένα παιδί κι έφτανε η ώρα να φύγει με τη μαμά του από το μαιευτήριο, ο γιατρός έδινε στην εκάστοτε μαμά μια κασέτα κι έτσι είχαν όλες την ίδια και την παίζανε ανάλογα με την περίσταση. Άλλη πλευρά για τις σκανταλιές, άλλη για τους κακούς βαθμούς, άλλη για το φαγητό κ.ο.κ. Κι αυτή η κασέτα δεν ήταν μόνο για τα παιδικά μας χρόνια αλλά, όπως κατέληξα τελευταία, για όλη μας τη ζωή.

Εμάς λίγο μας ένοιαζε η εν λόγω κασέτα, εμείς είχαμε το μυαλό μας στο πως να βρεθούμε και να καταστρώσουμε τα σχέδιά μας, να κάνουμε την παρέα της άλλης γειτονιάς να χάσει από τη δική μας, να κερδίσουμε στο ποδόσφαιρο, να παίξουμε όσο πιο πολύ γίνεται. Τα καλοκαίρια ήταν ο παράδεισός μας, ούτε σχολείο, ούτε τίποτε που να χαλάει το παιχνίδι μας, παίζαμε όλα τα παιχνίδια που χρειαζόταν φως από νωρίς και μόλις βράδιαζε αρχίζαμε το κρυφτό. Και μέσα σ’αυτό τον παράδεισο ερχόταν κάθε τόσο μια μαμά για να μας φέρει φέτες με μέλι, φρούτα, κάτι τέλος πάντων γιατί ήμασταν νηστικοί όλη μέρα όπως έλεγε!

Μετά μας έστειλαν αγγλικά και μουσική (κι εκεί με τον Κώστα πήγα!) και είχαμε λιγότερο χρόνο για παιχνίδι, δεν σταματήσαμε να παίζουμε όμως και πάντα περιμέναμε με αγωνία το κλείσιμο των σχολείων για να έχουμε περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μας. Η μαμά μου, όπως και η μαμά του Κώστα, όπως και η μαμά του Γρηγόρη γύρισαν και πάλι πλευρά στην κασέτα: «βρε αγάπη μου μεγάλωσες πια, πότε θα σταματήσεις να παίζεις; τα παιδία της ηλικίας σου έχουν αρχίσει να ωριμάζουν κι εσύ ακόμη τη μπάλα και το μπάσκετ σκέφτεσαι!»

Πέρα έβρεχε, εμένα μου άρεσε να παίζω κι αφού με έπαιζαν και οι άλλοι δεν είχα σκοπό να το σταματήσω γιατί τα άλλα παιδιά ωρίμαζαν, άλλωστε ο καθένας ωριμάζει στην ώρα του, τουλάχιστον έτσι μου είχε πει η μαμά, κι εμένα δεν ήταν ακόμη η ώρα μου. Και συνέχισα να παίζω και να απολαμβάνω το δικαίωμα μου αυτό, το πολυτιμότερο, να είμαι παιδί και να παίζω.

Ευτυχώς δηλαδή γιατί τώρα που μεγάλωσα, τώρα που υποτίθεται ότι ωρίμασα ξέρω ότι ένα πράγμα δεν θα άλλαζα από τα παιδικά μου χρόνια, το παιχνίδι! Δεν έχει σημασία ποιο απ’όλα, κανένα, όλα τ’αγαπούσα κι όλα τα απολάμβανα, μου αρκούσε να είμαι με τους φίλους μου και να παίζω, τίποτε άλλο δεν είχε σημασία εκείνες τις ώρες, πόσο μάλλον το ποιο θα ήταν το παιχνίδι. Κάθε παιχνίδι μας είχε την δική του ομορφιά, τη δική του αγωνία, τη δική του στρατηγική, τον δικό του καυγά, τη δική του συμφιλίωση...