Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008

Αντίο













Κι όμως φτάσαμε εδώ.
Στο τέλος του γκρεμού.
Μπροστά μόνο κενό και κρύο.
Πίσω το τίποτα.
Τόση απογοήτευση.
Όλα άδικα, άσκοπα.
Η Λύση πουθενά.
Η απόγνωση παντού.
Στα όνειρα, στα χαμόγελα, στο βλέμμα...
μόνο απόγνωση κι αγωνία.
Τίποτα.
Τα χέρια δεμένα,
το κεφάλι πάει να σπάσει.
Η Λύση πουθενά.
Η ανάσα κομμένη.
Πνίγομαι.
Δεν υπάρχει αέρας.
Πνίγομαι.
Απόγνωση.
Τόσο μόνη.
Τόσο κρύο.
Η Λύση πουθενά.
Κουράστηκα πια.
Θέλω μόνο να φύγω.
Μόνο να κλείσω τα μάτια
κι ας μην τα ανοίξω ξανά.
Κουράστηκα.
Αντίο.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008










Έλιωσε ο χρόνος τη Δευτέρα

Χύθηκα σ'ένα χείμαρρο

Να αναρωτιέμαι τι έγινε.

Να βρίζω εσένα, να βρίζω εμένα,

Να βρίζω.

Ήθελα να ζήσω.

Έφυγε ο θυμός, γαλήνεψα.

Δεν βρίζω πια,

Ούτε εσένα, ούτε εμένα.

Ξανάρχισε ο χρόνος.

Μεγάλωσε η πόλη,

Μικρύναμε εμείς,

Οι ψυχές δεν γεμίζουν.

Άδεια κοχύλια περιφέρονται.

Στα όνειρα σε βρίσκω,

Στον νεκρό χρόνο,

Τον άδειο, στο τίποτα.

Επέστρεφε

Συχνά και παίρνε με τη νύχτα

Όταν τα χείλη και το σώμα ενθυμούνται.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

Η ιστορία των δακρύων













Το πρόσωπό της είχε παγώσει, χλωμό, γκρι...στα μάτια της είχε μείνει η εικόνα του θανάτου, του τρόμου. Λίγο πριν το αίμα κυλούσε στις φλέβες της, λίγο πριν την είχε στην αγκαλιά του, τη φιλούσε, τη χάιδευε κι εκείνη του χαμογελούσε. Ήταν ζεστή, ζωντανή. Μύριζε γιασεμί και φρεσκοπλυμένο ρούχο. Ούτε που κατάλαβε πως έφτασε εδώ, πως άρπαξε το μαχαίρι. Ούτε που θυμάται γιατί. Ξέρει μόνο πως αυτή δεν υπάρχει πια. Πως το χαμόγελό της πάγωσε.

Τα χέρια του ήταν ακόμη γεμάτα από το αίμα της, το φόρεμά της λερωμένο, τσαλακωμένο. Τη σήκωσε στα χέρια του και την πήγε στο μπάνιο. Την καθάρισε από τα αίματα, της έπλυνε το πρόσωπο, αλλά δεν κατάφερε να διώξει το θάνατο από τα μάτια της. Της τα έκλεισε. Πλύθηκε κι αυτός, έδιωξε από πάνω του το βάρος της, τα "θέλω" της, την αυταρχικότητά της.

Την πήγε στο δωμάτιο και την έντυσε με ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα στο στέρνο. Της χτένισε τα μαλλιά και της φόρεσε το αγαπημένο της καπέλο. Την άφησε ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και πήγε στον κήπο. Έφτιαξε ένα πολύχρωμο μπουκέτο με τα αγαπημένα της λουλούδια και το έβαλε δίπλα της.

Φόρεσε το τζάκετ του, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου κι ετοιμάστηκε να βγει από το σπίτι. Φτάνοντας στην πόρτα άναψε ένα τσιγάρο και πέταξε το σπίρτο στον πάκο με τις εφημερίδες. Μπήκε στο αυτοκίνητο κι έβαλε μπροστά τη μηχανή. Καθώς απομακρυνόταν διέκρινε στον καθρέφτη τον καπνό που έβγαινε από το σπίτι.

Κάτι κύλισε στο μάγουλό του. Πρώτη φορά! Ένιωθε! Ένιωθε επιτέλους ελεύθερος! Τα δεσμά του είχαν σπάσει. Ένα δάκρυ, το πρώτο, έδωσε το σύνθημα. Ήταν ζωντανός! Τα δάκρυα κυλούσαν πια ανεξέλεγκτα. Τώρα πια μπορούσε να ζήσει ελεύθερος και να νιώσει όλα τα συναισθήματα που εκείνη του στέρησε. Ένα χαμόγελο ήρθε να μπλεχτεί με τα δάκρυά του. Την είχε πετάξει από πάνω του. την είχε σκοτώσει...τη μάνα του!

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2008

Το φιλί











Πάγος το φιλί,

Πάγος σαν θάνατος.

Στα χέρια σου,

το κορμί ζητούσε,

Η ψυχή άδειαζε.

Νύχτα έξω.

Φως με τύφλωνε.

Μια στάλα αίμα.

Στα χείλη σου.

Το αίμα μου,

Δικό σου!

Το σώμα μου,

Δικό σου!

Εγώ...

Δική σου!

Βαμπιρ










Πόνεσα!

Πνίγηκε η φωνή,

Στο αίμα μου.

Βυθίστηκε η ψυχή.

Βάδιζα χαμένος.

Εικόνα σου στην αγκαλιά.

Σκοτάδι θυμού σ'έκρυβε.

Φώτησε πια!

Αναστήθηκα!

Εσύ πουθενά!

Εικόνα σου στα μάτια μου.

Ακόμη!...

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008

Μια ιστορία από το καλοκαίρι

Μια πρόσκληση, μια τυχαία αφορμή.

Ενα ποτό και μουσική.

Ενα χαμόγελο και μια αγκαλιά.

Ενα σχεδόν τυχαίο άγγιγμα.

Ενα πρώτο φιλί.

Μια καλημέρα Σάββατο πρωί.

Ενα ξημέρωμα στο Σούνιο.

Η αρχή ενός ταξιδιού.

ΔΥΟ!

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

Μνήμη, η επιλεκτική!

Πόσο εύκολο είναι καμιά φορά να θυμόμαστε ότι μας βολεύει. Πόσο εύκολα ρίχνουμε την ευθύνη στον άλλο και ξεχνάμε τις δικές μας. Είναι πιο εύκολο όταν φταίει ο άλλος. Πονάει λιγότερο!

Όταν έχεις ζήσει για χρόνια με έναν άνθρωπο και τον διαγράφεις για κάποιο λάθος δείχνει πόσο όλα όσα έχεις ζήσει μαζί του ήταν ανούσια και άδεια. Και μετά εύλογα τίθεται το ερώτημα: Γιατί έμεινες τόσα χρόνια; Γιατί γύριζες σε εκείνον; Γιατί τον αποζητούσες τόσα χρόνια; Τι σου πρόσφερε; Από τη στιγμή που ένα λάθος ήταν αρκετό για να τον διαγράψεις από τη ζωή σου και να τον μισήσεις τελικά.

Απορίες καταδικασμένες να αιωρούνται. Η μνήμη λειτουργεί αμυντικά και μας προστατεύει από τα σκοτεινά σημεία και τα λάθη μας. Στα λάθη των άλλων έχουμε καλύτερο οπτικό πεδίο. Τα βλέπουμε, τα κρίνουμε, τα κατακρίνουμε. Τα δικά μας κρύβονται στη γωνιά, κοιμούνται και δεν έχουμε κανέναν λόγο να τα ξυπνήσουμε, μπορεί και να πονέσουμε αν το κάνουμε.

Ίσως και να είναι καλύτερα έτσι. Ίσως όταν οι άνθρωποι είναι μακριά να μη μας θυμίζουν τα λάθη μας και τις ενοχές μας. Κι έτσι πορευόμαστε εν ειρήνη φαινομενική. Και η ζωή συνεχίζεται κι εμείς προχωράμε με χαμόγελο μπροστά, ελπίζοντας η μνήμη μας να μην μας κάνει παιχνίδια και μας φέρει αντιμέτωπους με τον εαυτό μας.

Ο μεγάλος αδερφός που έχουμε στο κεφάλι μας είναι τρομακτικός, βλέπει τα πάντα, τα ακούει όλα και κυρίως τα θυμάται όλα! Και πώς να τον χειριστείς; Απλά βάζεις μια πετσέτα και κρύβεις την κάμερα. Όσα λιγότερα δει τόσο το καλύτερο. Κι όταν δεν υπάρχει πετσέτα, απλά αποφεύγεις την κάμερα, τα μάτια που σε κοιτάζουν και ρωτούν κι απορούν, τον καθρέφτη, εσένα.

Μνήμη η επιλεκτική λοιπόν, όχι από μόνη της γιατί αλλιώς είναι προγραμματισμένη, αλλά από εμάς τους ίδιους, κρύβουμε εικόνες και συναισθήματα και κρυβόμαστε από τον εαυτό μας και τους άλλους. Η επαφή πονάει!

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008

Πάκι μου...


Έρχονται καμιά φορά τα όνειρα και με ταράζουν, μου θυμίζουν όσα ξεχνώ, όσα προσπαθώ να πετάξω για να νιώσω καλύτερα. Τέτοια όνειρα έρχονται στον ύπνο μου τελευταία, όνειρα που δημιουργούν απορίες, ελλείψεις, αγωνίες και άγχη. Πως διαχειρίζεται κανείς τα όνειρα; Πως τα αντιμετωπίζει; Μπορεί κάποιος να κατεβάσει απλά το διακόπτη όπως κάνουμε και κατά τη διάρκεια της μέρας; Είναι εφικτό;

Με καταδιώκουν τελευταία όνειρα χαμένα, όνειρα που στάθηκαν στο ξεκίνημά τους, όνειρα παιδικά…κι εφιάλτες, σημερινοί, αληθινοί εφιάλτες! Η μέρα λύτρωση, γεμάτη από το θόρυβο της πόλης, κρυμμένη πίσω από τη μάσκα της καθημερινότητας και της υποκρισίας. «Όλα καλά», η πιο κλασική απάντηση, η απόλυτη κάλυψη!

Θυμώνω, με μένα που δεν αντιδρώ, με μένα που τείνω να σταματήσω να τα κυνηγάω, θυμώνω που καμιά φορά συμβιβάζομαι. Που καμιά φορά με παίρνει η καθημερινότητα στην πλάτη και με σέρνει μαζί της.

Μέρες φθινοπωρινές, νύχτες υγρές, πιο κρύες, μέρες απολογισμού και ανασυγκρότησης, ή τουλάχιστον έτσι νομίζω… Κι οι μέρες μικραίνουν, οι νύχτες κρυμμένες κάτω από χουχούλικες κουβέρτες, μαζί με τα όνειρα, να προσπαθούν να ζεσταθούν και να με ζεστάνουν…

Κι μετά έρχεσαι εσύ…και με παίρνεις αγκαλιά, με κοιτάζεις στα μάτια και μου χαμογελάς, μου θυμίζεις πια είμαι και γιατί είμαι…και χάνονται οι εφιάλτες και τρέχουν να κρυφτούν τα άγχη. Η Ηρεμία έρχεται και με ζεσταίνει, όπως με ζεσταίνει η φωνή σου όταν λες το όνομά μου. Δεν ξέρω αν σε έχω ευχαριστήσει για αυτό, για την αγάπη και την ηρεμία, για την πίστη και την εμπιστοσύνη.

Ήρθες σε μια περίοδο που δεν σε περίμενα, που είχα αποφασίσει να μείνω μόνη μου και να είμαι μόνο για μένα. Ήρθες και το φθινόπωρό μου έχει γίνει μια μαγική εποχή γεμάτη από την αρχή με όνειρα νέα και παλιά. Ήρθες και ξέρω και πάλι πια είμαι, με ξαναβρήκα και είμαι ολόκληρη!

Ξέρω πως είναι φορές που χάνομαι, φορές που κατεβάζω τα χέρια. Ένα χαμόγελό σου όμως είναι αρκετό για να μου ζεστάνει την καρδιά και να συνεχίσω. Ένα βλέμμα σου έχει τη δύναμη να με γεμίσει ενέργεια και όρεξη. Ένα βλέμμα σου... ακόμη κι όταν με πιάνει το φθινόπωρό μου…