Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008
Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008

Έλιωσε ο χρόνος τη Δευτέρα
Χύθηκα σ'ένα χείμαρρο
Να αναρωτιέμαι τι έγινε.
Να βρίζω εσένα, να βρίζω εμένα,
Να βρίζω.
Ήθελα να ζήσω.
Έφυγε ο θυμός, γαλήνεψα.
Δεν βρίζω πια,
Ούτε εσένα, ούτε εμένα.
Ξανάρχισε ο χρόνος.
Μεγάλωσε η πόλη,
Μικρύναμε εμείς,
Οι ψυχές δεν γεμίζουν.
Άδεια κοχύλια περιφέρονται.
Στα όνειρα σε βρίσκω,
Στον νεκρό χρόνο,
Τον άδειο, στο τίποτα.
Επέστρεφε
Συχνά και παίρνε με τη νύχτα
Όταν τα χείλη και το σώμα ενθυμούνται.
Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008
Η ιστορία των δακρύων

Το πρόσωπό της είχε παγώσει, χλωμό, γκρι...στα μάτια της είχε μείνει η εικόνα του θανάτου, του τρόμου. Λίγο πριν το αίμα κυλούσε στις φλέβες της, λίγο πριν την είχε στην αγκαλιά του, τη φιλούσε, τη χάιδευε κι εκείνη του χαμογελούσε. Ήταν ζεστή, ζωντανή. Μύριζε γιασεμί και φρεσκοπλυμένο ρούχο. Ούτε που κατάλαβε πως έφτασε εδώ, πως άρπαξε το μαχαίρι. Ούτε που θυμάται γιατί. Ξέρει μόνο πως αυτή δεν υπάρχει πια. Πως το χαμόγελό της πάγωσε.
Τα χέρια του ήταν ακόμη γεμάτα από το αίμα της, το φόρεμά της λερωμένο, τσαλακωμένο. Τη σήκωσε στα χέρια του και την πήγε στο μπάνιο. Την καθάρισε από τα αίματα, της έπλυνε το πρόσωπο, αλλά δεν κατάφερε να διώξει το θάνατο από τα μάτια της. Της τα έκλεισε. Πλύθηκε κι αυτός, έδιωξε από πάνω του το βάρος της, τα "θέλω" της, την αυταρχικότητά της.
Την πήγε στο δωμάτιο και την έντυσε με ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα στο στέρνο. Της χτένισε τα μαλλιά και της φόρεσε το αγαπημένο της καπέλο. Την άφησε ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και πήγε στον κήπο. Έφτιαξε ένα πολύχρωμο μπουκέτο με τα αγαπημένα της λουλούδια και το έβαλε δίπλα της.
Φόρεσε το τζάκετ του, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου κι ετοιμάστηκε να βγει από το σπίτι. Φτάνοντας στην πόρτα άναψε ένα τσιγάρο και πέταξε το σπίρτο στον πάκο με τις εφημερίδες. Μπήκε στο αυτοκίνητο κι έβαλε μπροστά τη μηχανή. Καθώς απομακρυνόταν διέκρινε στον καθρέφτη τον καπνό που έβγαινε από το σπίτι.
Κάτι κύλισε στο μάγουλό του. Πρώτη φορά! Ένιωθε! Ένιωθε επιτέλους ελεύθερος! Τα δεσμά του είχαν σπάσει. Ένα δάκρυ, το πρώτο, έδωσε το σύνθημα. Ήταν ζωντανός! Τα δάκρυα κυλούσαν πια ανεξέλεγκτα. Τώρα πια μπορούσε να ζήσει ελεύθερος και να νιώσει όλα τα συναισθήματα που εκείνη του στέρησε. Ένα χαμόγελο ήρθε να μπλεχτεί με τα δάκρυά του. Την είχε πετάξει από πάνω του. την είχε σκοτώσει...τη μάνα του!
Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2008
Το φιλί
Βαμπιρ
Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008
Μια ιστορία από το καλοκαίρι
Μια πρόσκληση, μια τυχαία αφορμή.
Ενα ποτό και μουσική.
Ενα χαμόγελο και μια αγκαλιά.
Ενα σχεδόν τυχαίο άγγιγμα.
Ενα πρώτο φιλί.
Μια καλημέρα Σάββατο πρωί.
Ενα ξημέρωμα στο Σούνιο.
Η αρχή ενός ταξιδιού.
ΔΥΟ!
Ενα ποτό και μουσική.
Ενα χαμόγελο και μια αγκαλιά.
Ενα σχεδόν τυχαίο άγγιγμα.
Ενα πρώτο φιλί.
Μια καλημέρα Σάββατο πρωί.
Ενα ξημέρωμα στο Σούνιο.
Η αρχή ενός ταξιδιού.
ΔΥΟ!
Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008
Μνήμη, η επιλεκτική!
Πόσο εύκολο είναι καμιά φορά να θυμόμαστε ότι μας βολεύει. Πόσο εύκολα ρίχνουμε την ευθύνη στον άλλο και ξεχνάμε τις δικές μας. Είναι πιο εύκολο όταν φταίει ο άλλος. Πονάει λιγότερο!
Όταν έχεις ζήσει για χρόνια με έναν άνθρωπο και τον διαγράφεις για κάποιο λάθος δείχνει πόσο όλα όσα έχεις ζήσει μαζί του ήταν ανούσια και άδεια. Και μετά εύλογα τίθεται το ερώτημα: Γιατί έμεινες τόσα χρόνια; Γιατί γύριζες σε εκείνον; Γιατί τον αποζητούσες τόσα χρόνια; Τι σου πρόσφερε; Από τη στιγμή που ένα λάθος ήταν αρκετό για να τον διαγράψεις από τη ζωή σου και να τον μισήσεις τελικά.
Απορίες καταδικασμένες να αιωρούνται. Η μνήμη λειτουργεί αμυντικά και μας προστατεύει από τα σκοτεινά σημεία και τα λάθη μας. Στα λάθη των άλλων έχουμε καλύτερο οπτικό πεδίο. Τα βλέπουμε, τα κρίνουμε, τα κατακρίνουμε. Τα δικά μας κρύβονται στη γωνιά, κοιμούνται και δεν έχουμε κανέναν λόγο να τα ξυπνήσουμε, μπορεί και να πονέσουμε αν το κάνουμε.
Ίσως και να είναι καλύτερα έτσι. Ίσως όταν οι άνθρωποι είναι μακριά να μη μας θυμίζουν τα λάθη μας και τις ενοχές μας. Κι έτσι πορευόμαστε εν ειρήνη φαινομενική. Και η ζωή συνεχίζεται κι εμείς προχωράμε με χαμόγελο μπροστά, ελπίζοντας η μνήμη μας να μην μας κάνει παιχνίδια και μας φέρει αντιμέτωπους με τον εαυτό μας.
Ο μεγάλος αδερφός που έχουμε στο κεφάλι μας είναι τρομακτικός, βλέπει τα πάντα, τα ακούει όλα και κυρίως τα θυμάται όλα! Και πώς να τον χειριστείς; Απλά βάζεις μια πετσέτα και κρύβεις την κάμερα. Όσα λιγότερα δει τόσο το καλύτερο. Κι όταν δεν υπάρχει πετσέτα, απλά αποφεύγεις την κάμερα, τα μάτια που σε κοιτάζουν και ρωτούν κι απορούν, τον καθρέφτη, εσένα.
Μνήμη η επιλεκτική λοιπόν, όχι από μόνη της γιατί αλλιώς είναι προγραμματισμένη, αλλά από εμάς τους ίδιους, κρύβουμε εικόνες και συναισθήματα και κρυβόμαστε από τον εαυτό μας και τους άλλους. Η επαφή πονάει!
Όταν έχεις ζήσει για χρόνια με έναν άνθρωπο και τον διαγράφεις για κάποιο λάθος δείχνει πόσο όλα όσα έχεις ζήσει μαζί του ήταν ανούσια και άδεια. Και μετά εύλογα τίθεται το ερώτημα: Γιατί έμεινες τόσα χρόνια; Γιατί γύριζες σε εκείνον; Γιατί τον αποζητούσες τόσα χρόνια; Τι σου πρόσφερε; Από τη στιγμή που ένα λάθος ήταν αρκετό για να τον διαγράψεις από τη ζωή σου και να τον μισήσεις τελικά.
Απορίες καταδικασμένες να αιωρούνται. Η μνήμη λειτουργεί αμυντικά και μας προστατεύει από τα σκοτεινά σημεία και τα λάθη μας. Στα λάθη των άλλων έχουμε καλύτερο οπτικό πεδίο. Τα βλέπουμε, τα κρίνουμε, τα κατακρίνουμε. Τα δικά μας κρύβονται στη γωνιά, κοιμούνται και δεν έχουμε κανέναν λόγο να τα ξυπνήσουμε, μπορεί και να πονέσουμε αν το κάνουμε.
Ίσως και να είναι καλύτερα έτσι. Ίσως όταν οι άνθρωποι είναι μακριά να μη μας θυμίζουν τα λάθη μας και τις ενοχές μας. Κι έτσι πορευόμαστε εν ειρήνη φαινομενική. Και η ζωή συνεχίζεται κι εμείς προχωράμε με χαμόγελο μπροστά, ελπίζοντας η μνήμη μας να μην μας κάνει παιχνίδια και μας φέρει αντιμέτωπους με τον εαυτό μας.
Ο μεγάλος αδερφός που έχουμε στο κεφάλι μας είναι τρομακτικός, βλέπει τα πάντα, τα ακούει όλα και κυρίως τα θυμάται όλα! Και πώς να τον χειριστείς; Απλά βάζεις μια πετσέτα και κρύβεις την κάμερα. Όσα λιγότερα δει τόσο το καλύτερο. Κι όταν δεν υπάρχει πετσέτα, απλά αποφεύγεις την κάμερα, τα μάτια που σε κοιτάζουν και ρωτούν κι απορούν, τον καθρέφτη, εσένα.
Μνήμη η επιλεκτική λοιπόν, όχι από μόνη της γιατί αλλιώς είναι προγραμματισμένη, αλλά από εμάς τους ίδιους, κρύβουμε εικόνες και συναισθήματα και κρυβόμαστε από τον εαυτό μας και τους άλλους. Η επαφή πονάει!
Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008
Πάκι μου...

Έρχονται καμιά φορά τα όνειρα και με ταράζουν, μου θυμίζουν όσα ξεχνώ, όσα προσπαθώ να πετάξω για να νιώσω καλύτερα. Τέτοια όνειρα έρχονται στον ύπνο μου τελευταία, όνειρα που δημιουργούν απορίες, ελλείψεις, αγωνίες και άγχη. Πως διαχειρίζεται κανείς τα όνειρα; Πως τα αντιμετωπίζει; Μπορεί κάποιος να κατεβάσει απλά το διακόπτη όπως κάνουμε και κατά τη διάρκεια της μέρας; Είναι εφικτό;
Με καταδιώκουν τελευταία όνειρα χαμένα, όνειρα που στάθηκαν στο ξεκίνημά τους, όνειρα παιδικά…κι εφιάλτες, σημερινοί, αληθινοί εφιάλτες! Η μέρα λύτρωση, γεμάτη από το θόρυβο της πόλης, κρυμμένη πίσω από τη μάσκα της καθημερινότητας και της υποκρισίας. «Όλα καλά», η πιο κλασική απάντηση, η απόλυτη κάλυψη!
Θυμώνω, με μένα που δεν αντιδρώ, με μένα που τείνω να σταματήσω να τα κυνηγάω, θυμώνω που καμιά φορά συμβιβάζομαι. Που καμιά φορά με παίρνει η καθημερινότητα στην πλάτη και με σέρνει μαζί της.
Μέρες φθινοπωρινές, νύχτες υγρές, πιο κρύες, μέρες απολογισμού και ανασυγκρότησης, ή τουλάχιστον έτσι νομίζω… Κι οι μέρες μικραίνουν, οι νύχτες κρυμμένες κάτω από χουχούλικες κουβέρτες, μαζί με τα όνειρα, να προσπαθούν να ζεσταθούν και να με ζεστάνουν…
Κι μετά έρχεσαι εσύ…και με παίρνεις αγκαλιά, με κοιτάζεις στα μάτια και μου χαμογελάς, μου θυμίζεις πια είμαι και γιατί είμαι…και χάνονται οι εφιάλτες και τρέχουν να κρυφτούν τα άγχη. Η Ηρεμία έρχεται και με ζεσταίνει, όπως με ζεσταίνει η φωνή σου όταν λες το όνομά μου. Δεν ξέρω αν σε έχω ευχαριστήσει για αυτό, για την αγάπη και την ηρεμία, για την πίστη και την εμπιστοσύνη.
Ήρθες σε μια περίοδο που δεν σε περίμενα, που είχα αποφασίσει να μείνω μόνη μου και να είμαι μόνο για μένα. Ήρθες και το φθινόπωρό μου έχει γίνει μια μαγική εποχή γεμάτη από την αρχή με όνειρα νέα και παλιά. Ήρθες και ξέρω και πάλι πια είμαι, με ξαναβρήκα και είμαι ολόκληρη!
Ξέρω πως είναι φορές που χάνομαι, φορές που κατεβάζω τα χέρια. Ένα χαμόγελό σου όμως είναι αρκετό για να μου ζεστάνει την καρδιά και να συνεχίσω. Ένα βλέμμα σου έχει τη δύναμη να με γεμίσει ενέργεια και όρεξη. Ένα βλέμμα σου... ακόμη κι όταν με πιάνει το φθινόπωρό μου…
Κυριακή 31 Αυγούστου 2008
Βροχή...
Βροχή σήμερα, περίεργη χειμωνιάτικη βροχή, ψυχρή.
Άδεια βροχή, γκρίζα, χωρίς χαρά αυγουστιάτικη.
Μια βροχή μοναξιά, μια βροχή δάκρυα, μια βροχή αίμα.
Βροχή της πτώσης, της αποσύνθεσης, της απουσίας.
Κι εγώ εδώ, μέσα στις στάλες της να χάνομαι και να χάνω.
Να χάνω εσένα, να χάνω εμένα, να χάνω την ουσία.
Που πήγαν οι μπόρες που κυνηγούσα παιδί;
Αυτές οι ζεστές αυγουστιάτικες μπόρες, οι γεμάτες ενέργεια.
Αυτές που σε κάνουν να νιώθεις ζωντανός.
Τώρα, εδώ, «μεγάλωσες» μου λένε ακόμα κι οι βροχές.
Κι εγώ νιώθω ακόμη όπως τότε, δεν έχω αλλάξει.
Είμαι ακόμη παιδί, δεν αλλάζω, δεν θέλω!
Κι η βροχή να ουρλιάζει στα αφτιά μου «ΜΕΓΑΛΩΣΕΣ»!
Δεν την ακούω, κλείνω τα παράθυρα, κλείνω τις πόρτες.
Σηκώνω και πάλι τα τείχη!
Άδεια βροχή, γκρίζα, χωρίς χαρά αυγουστιάτικη.
Μια βροχή μοναξιά, μια βροχή δάκρυα, μια βροχή αίμα.
Βροχή της πτώσης, της αποσύνθεσης, της απουσίας.
Κι εγώ εδώ, μέσα στις στάλες της να χάνομαι και να χάνω.
Να χάνω εσένα, να χάνω εμένα, να χάνω την ουσία.
Που πήγαν οι μπόρες που κυνηγούσα παιδί;
Αυτές οι ζεστές αυγουστιάτικες μπόρες, οι γεμάτες ενέργεια.
Αυτές που σε κάνουν να νιώθεις ζωντανός.
Τώρα, εδώ, «μεγάλωσες» μου λένε ακόμα κι οι βροχές.
Κι εγώ νιώθω ακόμη όπως τότε, δεν έχω αλλάξει.
Είμαι ακόμη παιδί, δεν αλλάζω, δεν θέλω!
Κι η βροχή να ουρλιάζει στα αφτιά μου «ΜΕΓΑΛΩΣΕΣ»!
Δεν την ακούω, κλείνω τα παράθυρα, κλείνω τις πόρτες.
Σηκώνω και πάλι τα τείχη!
Παρασκευή 29 Αυγούστου 2008
L'invitation au voyage
Mon enfant, ma soeur,
Songe à la douceur
D'aller là-bas vivre ensemble !
Aimer à loisir,
Aimer et mourir
Au pays qui te ressemble !
Les soleils mouillés
De ces ciels brouillés
Pour mon esprit ont les charmes
Si mystérieux
De tes traîtres yeux,
Brillant à travers leurs larmes.
Là, tout n'est qu'ordre et beauté,
Luxe, calme et volupté.
Des meubles luisants,
Polis par les ans,
Décoreraient notre chambre ;
Les plus rares fleurs
Mêlant leurs odeurs
Aux vagues senteurs de l'ambre,
Les riches plafonds,
Les miroirs profonds,
La splendeur orientale,
Tout y parlerait
À l'âme en secret
Sa douce langue natale.
Là, tout n'est qu'ordre et beauté,
Luxe, calme et volupté.
Vois sur ces canaux
Dormir ces vaisseaux
Dont l'humeur est vagabonde ;
C'est pour assouvir
Ton moindre désir
Qu'ils viennent du bout du monde.
- Les soleils couchants
Revêtent les champs,
Les canaux, la ville entière,
D'hyacinthe et d'or ;
Le monde s'endort
Dans une chaude lumière.
Là, tout n'est qu'ordre et beauté,
Luxe, calme et volupté.
Charles Baudelaire
Les fleurs du mal
Songe à la douceur
D'aller là-bas vivre ensemble !
Aimer à loisir,
Aimer et mourir
Au pays qui te ressemble !
Les soleils mouillés
De ces ciels brouillés
Pour mon esprit ont les charmes
Si mystérieux
De tes traîtres yeux,
Brillant à travers leurs larmes.
Là, tout n'est qu'ordre et beauté,
Luxe, calme et volupté.
Des meubles luisants,
Polis par les ans,
Décoreraient notre chambre ;
Les plus rares fleurs
Mêlant leurs odeurs
Aux vagues senteurs de l'ambre,
Les riches plafonds,
Les miroirs profonds,
La splendeur orientale,
Tout y parlerait
À l'âme en secret
Sa douce langue natale.
Là, tout n'est qu'ordre et beauté,
Luxe, calme et volupté.
Vois sur ces canaux
Dormir ces vaisseaux
Dont l'humeur est vagabonde ;
C'est pour assouvir
Ton moindre désir
Qu'ils viennent du bout du monde.
- Les soleils couchants
Revêtent les champs,
Les canaux, la ville entière,
D'hyacinthe et d'or ;
Le monde s'endort
Dans une chaude lumière.
Là, tout n'est qu'ordre et beauté,
Luxe, calme et volupté.
Charles Baudelaire
Les fleurs du mal
Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008
Καμιά φορά...

«Καμιά φορά, λέω να αλλάξω ουρανό μα δεν υπάρχουν δρόμοι!» Λόγια ειπωμένα, λόγια εκφρασμένα μέσα από βλέμματα, λόγια που έμειναν μετέωρα, λόγια που επιστράφηκαν, μαζί με δώρα και συναισθήματα, μαζί με στιγμές και ταξίδια, μαζί με φιλιά και χάδια, μαζί με χρόνια από ένα «μαζί» που δεν έγινε ποτέ ολόκληρο.
Πόσο σκληρός μπορεί να γίνει κάποιος απλά και μόνο για να έχει τη χαρά του να πληγώσει κάποιον άλλο; Πόσο; Δύσκολη ερώτηση κι ακόμη πιο δύσκολη η απάντηση! Δεν υπάρχει λόγος πια, δεν υπάρχει ουσία, μόνο απουσία. Πιο το κέρδος; Πια η χαρά στην εκδίκηση; Πόσο κακό μπορεί να κάνει κάποιος απλά και μόνο για την ικανοποίηση του πόνου που προκαλεί;
Πράξεις άστοχες, ακατανόητες. Ένα τεράστιο «γιατί» πάνω από το κεφάλι μου με ακολουθεί όπου κι αν πάω. Γιατί; Μετά από τόσο καιρό; Δεν καταλαβαίνω, σοκάρομαι από την πράξη και μόνο! Τι έκανα για να το αξίζω;
Δεν υπάρχουν απαντήσεις, αν υπήρχαν θα τις είχαν ήδη βρει κι εγώ εδώ, με το «γιατί» για καπέλο. Μόνο που δεν με προστατεύει από τον ήλιο παρά μου προκαλεί πονοκέφαλο, μου βαραίνει τα βήματα. Τι να το κάνω; Πώς να το χειριστώ; Δεν μπορώ να αντιδράσω, δεν ξέρω πως αλλά κυρίως δεν ξέρω γιατί.
Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

