Κυριακή 13 Απριλίου 2008

Λέξεις…



Λέξεις σκόρπιες, μόνες, χορεύουν στο κεφάλι μου, δεν ξέρω τι να τις κάνω! Δεν μπορώ να τις βάλω σε μια σειρά, μετακινούνται συνέχεια, δεν τις προλαβάινω…Θέλω να τις πιάσω, να τις συντάξω, να βγάλουν νόημα, να καταλάβω επιτέλους τι είναι αυτό που φωνάζουν τόσο καιρό μέσα στο κεφάλι μου.

Άλλες τραγουδούν, άλλες χορεύουν, άλλες είναι χρωματιστές, άλλες μελωδικές. Με ποιον τρόπο να τις φτάσω; Πως θα καταφέρω να τις φέρω κοντά μου, να μου πουν κι εμένα αυτή την ιστορία που έχουν πει τόσες και τόσες φορές στα όνειρά μου, αυτά που το πρωί δεν θυμάμαι…

Και το θέλω, το θέλω πολύ να τις πλησιάσω, έχω τόσες ερωτήσεις να κάνω, τόσες απορίες να λύσω…ας τις σταματήσει κάποιος, ή ας μου πει πώς να τις φέρω κοντά μου, πώς να τις κάνω να μου μιλήσουν, να μου εξηγήσουν, να μου δώσουν απαντήσεις στα τόσα «γιατί» μου.

Φωνές γεμάτες, φωνές ασυνάρτητες, φωνές…γέμισε το κεφάλι μου από αυτές: «τρέξε, πρόλαβε, δούλεψε, μην αντιμιλάς, μην φωνάζεις, μην αντιστέκεσαι. Έτσι είναι η ζωή! Δεν μπορείς να έχεις ότι θέλεις, δεν είσαι όπως οι άλλοι!»

Για αυτό ψάχνω τις λέξεις μου, να τις βάλω στις θέση τους και μαζί με αυτές θα βάλω στη θέση τους και όλους αυτούς που μου λένε τι μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω. Τι μπορώ και τι δεν μπορώ να λέω. Γιατί τα πάντα τα μπορώ. Όλα τα μπορώ. Και κανείς δεν είναι σε θέση να μου βάλει όρια!

Κι όταν καταφέρω να μαζέψω τις λέξεις μου, θα χορέψω μαζί τους, θα βρω και πάλι τη φωνή μου. Γιατί χωρίς αυτές δεν έχω φωνή. Έχω μόνο ήχους άηχους. Οι λέξεις μου είναι κάπου εκεί και περιμένουν να πιαστούμε αγκαλιά και να πούμε ιστορίες, να τραγουδήσουμε τραγούδια που δεν έχουν ξαναειπωθεί. Να περιγράψουμε το χρώμα του κυριακάτικου ήλιου και τις φωνές των παιδιών στις αλάνες.

Ώρες ώρες νιώθω πως τις χάνω, πως κρύβονται κι η φωνή μου χάνεται μαζί τους κι έπειτα τις ξαναβρίσκω στους φίλους μου, στις αγκαλιές και τα γέλια, αλλά τότε είναι οι καρδιές που μιλάνε και πάλι δεν μπορώ να τις βάλω σε σειρά. Τρέχω πίσω τους, δεν τις προλαβαίνω, όλο μου ξεφεύγουν. Είναι φορές που νιώθω πως με κοροϊδεύουν, πως παίζουν μαζί μου κι είναι φορές που έρχονται και με πιάνουν από το χέρι, που με οδηγούν μόνες τους στο μονοπάτι τους κι εγώ απλά ακολουθώ.

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2008

Edgar Alan Poe "The Raven"





Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door. *
"'Tis some visitor," I muttered, "tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more."


Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating,
"'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more."

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
"Sir," said I, "or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you" - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortals ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, "Lenore!"
This I whispered, and an echo murmured back the word, "Lenore!" -
Merely this, and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
"Surely," said I, "surely that is something at my window lattice:
Let me see, then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more."

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore;
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore.
"Though thy crest be shorn and shaven, thou," I said, "art sure no craven,
Ghastly grim and ancient raven wandering from the Nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blest with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast upon the sculptured bust above his chamber door,
With such name as "Nevermore."

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered, "other friends have flown before -
On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before."
Then the bird said, "Nevermore."

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
"Doubtless," said I, "what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful Disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his Hope that melancholy burden bore
Of 'Never - nevermore'."

But the Raven still beguiling all my fancy into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird, and bust and door;
Then upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt and ominous bird of yore
Meant in croaking "Nevermore."

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamplight gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamplight gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then methought the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose footfalls tinkled on the tufted floor.
"Wretch," I cried, "thy God hath lent thee - by these angels he hath sent thee
Respite - respite and nepenthe, from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe and forget this lost Lenore!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

"Prophet!" said I, "thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

"Prophet!" said I, "thing of evil - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels name Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden whom the angels name Lenore."
Quoth the Raven, "Nevermore."

"Be that word our sign in parting, bird or fiend," I shrieked, upstarting -
"Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamplight o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore!

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2008

Σπλιτς - σπλατς!

Και τώρα στα βαθιά, κολυμπάω, δεν ξέρω τι στυλ, νιώθω υπέροχα όμως μέσα στο νερό. Δεν έχω σκεφτεί τα σκυλόψαρα, ούτε έχω κοιτάξει για τη στεριά. Κολυμπάω κι ελπίζω πως μέχρι να αρχίσω να κουράζομαι θα την έχω βρει και θα την αγγίζω σχεδόν.
Πάντα είχα καλές αντοχές, ας ελπίσουμε λοιπόν πως δεν θα με προδώσουν σε αυτή τη φάση. Γιατί ειδικά τώρα πρέπει να φτάσω στη στεριά κι όχι σε οποιαδήποτε, αλλά σε αυτή που έχω ονειρευτεί, σε αυτή που έχω βάλει απέναντί μου με σκοπό να τη φτάσω, την ώρα που αποφάσησα να βουτήξω.
Νιώθω γεμάτη όμως, χαρούμενη, δυνατή. Τώρα νιώθω πως θα φτάσω. Οχι ότι έχω σταματήσει να φοβάμαι. Σίγουρα ο φόβος είναι υπαρκτός, μόνο που τώρα είναι σύντροφος, σύμμαχος. Με κρατάει στην επιφάνεια όπως η μάνα που κρατάει το παιδί της, βάζοντας το χέρι της στην κοιλιά του, μέσα στη θάλασσα μαθαίνοντάς το να κολυμπάει.
Φίλος μου ο φόβος λοιπόν σ'αυτή τη φάση κι η στεριά μου εκεί, απέναντι, δεν τη βλέπω με τα μάτια μου, την έχω δει στα όνειρά μου και ξέρω πως να τη φτάσω. Κολυμπάω και το νερό δεν είναι καν κρύο, είναι χλυαρό και φιλόξενο. Τώρα δεν έχω παρά να κουνήσω τα χέρια και τα πόδια μου. Σπλιτς - σπλατς!

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2008

Μπροστά στον καθρεύτη

Φοβάμαι σου λέω!
Δεν το καταλαβαίνεις;
Μη μου γελάς σαν χαζό.
Φοβάμαι κι εσύ γελάς;
Ηρθε η ώρα για το άλμα
κι εμένα μου' χουν κοπεί τα πόδια.
Κι όλοι με περνούν για χαλαρή και άνετη.
Φοβάμαι, τρέμω.
Μπορώ; Δεν μπορώ;
Θα με βάλω σε τάξη;
Θα νικήσω τον Δαίμονα;
Θα σταθώ ή θα βουλιάξω;
Μη γελάς σου λέω!
Δε με ξεγελάς εμένα!
Αυτά τα χαλαρά στους άλλους.
Εγώ σε ξέρω. Φοβάσαι όσο κι εγώ
κι ας προσπαθείς να το κρύψεις.
Φοβάσαι κι εσύ όσο κι εγώ...
φοβάσαι... είσαι εγώ.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2008

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

Πάει καιρός από την τελευταία φορά που ανέβασα κάτι και είναι αλήθεια πως μου έλειψε πολύ, θα προσπαθήσω να είμαι πιο συνεπής φέτος :ρ
Καλή χρονιά σε όλους. Χρωματιστή σαν ουράνιο τόξο, μοσχομυριστή σαν κουλουράκι, απαλή σαν λούτρινο, μελωδική σαν τα κύμματα και ζωντανή σαν ένα πιτσιρίκι υπερκινητικό!!!

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2007

Au lecteur

La sottise, l'erreur, le péché, la lésine,
Occupent nos esprits et travaillent nos corps,
Et nous alimentons nos aimables remords,
Comme les mendiants nourrissent leur vermine.

Nos péchés sont têtus, nos repentirs sont lâches ;
Nous nous faisons payer grassement nos aveux,
Et nous rentrons gaiement dans le chemin bourbeux,
Croyant par de vils pleurs laver toutes nos taches.

Sur l'oreiller du mal c'est Satan Trismégiste
Qui berce longuement notre esprit enchanté,
Et le riche métal de notre volonté
Est tout vaporisé par ce savant chimiste.

C'est le diable qui tient les fils qui nous remuent !
Aux objets répugnants nous trouvons des appas ;
Chaque jour vers l'enfer nous descendons d'un pas,
Sans horreur, à travers des ténèbres qui puent.

Ainsi qu'un débauché pauvre qui baise et mange
Le sein martyrisé d'une antique catin,
Nous volons au passage un plaisir clandestin
Que nous pressons bien fort comme une vieille orange.

Serré, fourmillant, comme un million d'helminthes,
Dans nos cerveaux ribote un peuple de démons,
Et, quand nous respirons, la mort dans nos poumons
Descend, fleuve invisible, avec de sourdes plaintes.

Si le viol, le poison, le poignard, l'incendie,
N'ont pas encor brodé de leurs plaisants dessins
Le canevas banal de nos piteux destins,
C'est que notre âme, hélas ! N'est pas assez hardie.

Mais parmi les chacals, les panthères, les lices,
Les singes, les scorpions, les vautours, les serpents,
Les monstres glapissants, hurlants, grognants, rampants,
Dans la ménagerie infâme de nos vices,

Il en est un plus laid, plus méchant, plus immonde !
Quoiqu'il ne pousse ni grands gestes ni grands cris,
Il ferait volontiers de la terre un débris
Et dans un bâillement avalerait le monde ;

C'est l'ennui ! - l'œil chargé d'un pleur involontaire,
Il rêve d'échafauds en fumant son houka.
Tu le connais, lecteur, ce monstre délicat,
Hypocrite lecteur, - mon semblable, - mon frère !

Charles Baudelaire
Les fleurs du mal

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2007

Ο φάρος...

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου…
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς, και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες, και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι, και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου,
και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.
Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο,
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω,
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα,
τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Sara Kane "Crave"

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2007


Και τρέχαμε στις αλάνες
Και χτυπούσαμε τα γόνατά μας
Και παίζαμε κυνηγητό
Και παίζαμε ξύλο
Και κάναμε ομάδες
Και μαλώναμε με τους άλλους
Και κουβεντιάζαμε μέχρι να νυχτώσει
Και φοβόμασταν να πάμε σπίτια μας
Και είχαμε απίστευτα προβλήματα
Και δεν είχαμε καθόλου προβλήματα
Και τρέχαμε στην βροχή
Κι αρρωσταίναμε από τη βροχή
Και πηγαίναμε για μπάνιο
Και δεν μας άφηναν έξω μέχρι αργά
Και γελούσαμε πολύ
Και κλαίγαμε εύκολα
Και τραγουδούσαμε πολύ
Και λυπόμασταν πολύ
Κι αγαπιόμασταν τα καλοκαίρια
Και χωρίζαμε τους χειμώνες
Και ξαναγαπιόμασταν τα καλοκαίρια
Και ξαναχωρίζαμε τους χειμώνες
Και γυρνούσαμε γύρω από τον εαυτό μας μέχρι να ζαλιστούμε
ΚΑΙ ΖΟΥΣΑΜΕ, ΖΟΥΣΑΜΕ, ΖΟΥΣΑΜΕ!

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2007

Προτάσεις αφορμές.

Σε χαζεύω για άλλη μια φορά, τα μάτια σου έχουν τη σιωπή τους και φοβάμαι, την τρέμω αυτή τους τη σιωπή, τώρα περισσότερο από ποτέ, απόψε που είναι η τελευταία μας νύχτα.
Οι ώρες κατεβαίνουν ανάβοντας τ' αστέρια κι εγώ δεν θέλω να κοιμηθώ, θέλω να περάσω τη νύχτα αποτυπώνοντας το πρόσωπό σου στο μυαλό μου, στην καρδιά μου. Ξέρω πως ότι κι αν γίνει κρατάω την καρδιά σου, την κρατάω μέσα στην καρδιά μου. Οι ώρες περνούν και διώχνω τον ύπνο, απόψε θέλω να μείνω άγρυπνη δίπλα σου. Η πόλη ξυπνά μ' ένα τραγούδι στα χείλη, σου λέω καλημέρα, στο βλέμμα σου ηχεί η χαρά, ανοίγω το παράθυρο στη μέρα. Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2007

Φόνος

Βροχή μαύρη, παγωμένη, ξένη,
Ανυπόφορη, βαριά μυρουδιά μούχλας,
Εκλεισαν οι πόρτες,
Σέρνονται τα όνειρα.
Δύσκολο ν’αγαπάς,
Εύκολο να απογοητεύσαι,
Συντριπτική η πτώση,
Ακαριαίος ο θάνατος.


Εσερνε τα βήματα της από δωμάτιο σε δωμάτιο, δεν μπορούσε να το χωνέψει! Δεν ήταν δυνατόν, αυτός ο άνθρωπος, ο άνθρωπός της να έκανε κάτι τέτοιο. Δεν μπορεί, κάποια άλλη εξήγηση θα υπήρχε!
Τον είχε θαυμάσει από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους. Ενας άνθρωπος που συνδύαζε την καρδιά με το μυαλό, ένας άνθρωπος που πρώτα σκεφτόταν το γενικότερο καλό και μετά τον εαυτό του. Αυτή τουλάχιστον έτσι ένιωθε.
Κάποια στιγμή η σχέση τους έγινε πραγματικότητα, ένιωθε να πετάει σ’ενα ροζ κύμα ευτυχίας. Πόση ηρεμία κι αγάπη ένιωθε, πόση απόλαυση κι ευγνωμοσύνη. Δύο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι είχαν βρεθεί κι είχαν δέσει μ’εναν τρόπο σπάνιο, είχαν νιώσει ότι βρήκαν αυτό που έψαχναν. Αυτή τουλάχιστον έτσι ένιωθε.
Τα χρόνια περνούσαν με πολλά σκαμπανεβάσματα, είναι δύσκολο να συμβιώνουν δύο τόσο διαφορετικοί άνθρωποι, τα καταφερναν όμως κι έβγαιναν από κάθε εμπόδιο μιας και όσο πέρναγε ο καιρός τόσο περισσότερο ένιωθαν πων ήταν ο ένας για τον άλλο. Αυτή τουλάχιστον έτσι ένιωθε.
Μέχρι τη μέρα που ο άνθρωπός της τράβηξε το μαχαίρι και τη χαράκωσε, μέχρι τη μέρα που με μια του φράση διέγραψε τα τόσα χρόνια κοινής τους ζωής. Ενα ψέμα ήταν γι’αυτόν, μια μονόπλευρη σχέση, μια σχέση χωρίς κατανόηση. Αυτός τουλάχιστον έτσι ένιωθε.
Εσερνε τα βήματα της από δωμάτιο σε δωμάτιο, δεν μπορούσε να το χωνέψει! Δεν ήταν δυνατόν, αυτός ο άνθρωπος, ο άνθρωπός της να έκανε κάτι τέτοιο. Δεν μπορεί, κάποια άλλη εξήγηση θα υπήρχε!
Τα λόγια του δεν την άφηναν σε ησυχία, ψέμα, έλλειψη κατανόησης, ψέμα...Δεν είχε ξανανιώσει τέτοια προδοσία, τέτοια απογοήτευση...μια αντίδραση...τον σκότωσε!