Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2008
Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2008
Σπλιτς - σπλατς!
Και τώρα στα βαθιά, κολυμπάω, δεν ξέρω τι στυλ, νιώθω υπέροχα όμως μέσα στο νερό. Δεν έχω σκεφτεί τα σκυλόψαρα, ούτε έχω κοιτάξει για τη στεριά. Κολυμπάω κι ελπίζω πως μέχρι να αρχίσω να κουράζομαι θα την έχω βρει και θα την αγγίζω σχεδόν.
Πάντα είχα καλές αντοχές, ας ελπίσουμε λοιπόν πως δεν θα με προδώσουν σε αυτή τη φάση. Γιατί ειδικά τώρα πρέπει να φτάσω στη στεριά κι όχι σε οποιαδήποτε, αλλά σε αυτή που έχω ονειρευτεί, σε αυτή που έχω βάλει απέναντί μου με σκοπό να τη φτάσω, την ώρα που αποφάσησα να βουτήξω.
Νιώθω γεμάτη όμως, χαρούμενη, δυνατή. Τώρα νιώθω πως θα φτάσω. Οχι ότι έχω σταματήσει να φοβάμαι. Σίγουρα ο φόβος είναι υπαρκτός, μόνο που τώρα είναι σύντροφος, σύμμαχος. Με κρατάει στην επιφάνεια όπως η μάνα που κρατάει το παιδί της, βάζοντας το χέρι της στην κοιλιά του, μέσα στη θάλασσα μαθαίνοντάς το να κολυμπάει.
Φίλος μου ο φόβος λοιπόν σ'αυτή τη φάση κι η στεριά μου εκεί, απέναντι, δεν τη βλέπω με τα μάτια μου, την έχω δει στα όνειρά μου και ξέρω πως να τη φτάσω. Κολυμπάω και το νερό δεν είναι καν κρύο, είναι χλυαρό και φιλόξενο. Τώρα δεν έχω παρά να κουνήσω τα χέρια και τα πόδια μου. Σπλιτς - σπλατς!
Πάντα είχα καλές αντοχές, ας ελπίσουμε λοιπόν πως δεν θα με προδώσουν σε αυτή τη φάση. Γιατί ειδικά τώρα πρέπει να φτάσω στη στεριά κι όχι σε οποιαδήποτε, αλλά σε αυτή που έχω ονειρευτεί, σε αυτή που έχω βάλει απέναντί μου με σκοπό να τη φτάσω, την ώρα που αποφάσησα να βουτήξω.
Νιώθω γεμάτη όμως, χαρούμενη, δυνατή. Τώρα νιώθω πως θα φτάσω. Οχι ότι έχω σταματήσει να φοβάμαι. Σίγουρα ο φόβος είναι υπαρκτός, μόνο που τώρα είναι σύντροφος, σύμμαχος. Με κρατάει στην επιφάνεια όπως η μάνα που κρατάει το παιδί της, βάζοντας το χέρι της στην κοιλιά του, μέσα στη θάλασσα μαθαίνοντάς το να κολυμπάει.
Φίλος μου ο φόβος λοιπόν σ'αυτή τη φάση κι η στεριά μου εκεί, απέναντι, δεν τη βλέπω με τα μάτια μου, την έχω δει στα όνειρά μου και ξέρω πως να τη φτάσω. Κολυμπάω και το νερό δεν είναι καν κρύο, είναι χλυαρό και φιλόξενο. Τώρα δεν έχω παρά να κουνήσω τα χέρια και τα πόδια μου. Σπλιτς - σπλατς!
Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2008
Μπροστά στον καθρεύτη
Φοβάμαι σου λέω!
Δεν το καταλαβαίνεις;
Μη μου γελάς σαν χαζό.
Φοβάμαι κι εσύ γελάς;
Ηρθε η ώρα για το άλμα
κι εμένα μου' χουν κοπεί τα πόδια.
Κι όλοι με περνούν για χαλαρή και άνετη.
Φοβάμαι, τρέμω.
Μπορώ; Δεν μπορώ;
Θα με βάλω σε τάξη;
Θα νικήσω τον Δαίμονα;
Θα σταθώ ή θα βουλιάξω;
Μη γελάς σου λέω!
Δε με ξεγελάς εμένα!
Αυτά τα χαλαρά στους άλλους.
Εγώ σε ξέρω. Φοβάσαι όσο κι εγώ
κι ας προσπαθείς να το κρύψεις.
Φοβάσαι κι εσύ όσο κι εγώ...
φοβάσαι... είσαι εγώ.
Δεν το καταλαβαίνεις;
Μη μου γελάς σαν χαζό.
Φοβάμαι κι εσύ γελάς;
Ηρθε η ώρα για το άλμα
κι εμένα μου' χουν κοπεί τα πόδια.
Κι όλοι με περνούν για χαλαρή και άνετη.
Φοβάμαι, τρέμω.
Μπορώ; Δεν μπορώ;
Θα με βάλω σε τάξη;
Θα νικήσω τον Δαίμονα;
Θα σταθώ ή θα βουλιάξω;
Μη γελάς σου λέω!
Δε με ξεγελάς εμένα!
Αυτά τα χαλαρά στους άλλους.
Εγώ σε ξέρω. Φοβάσαι όσο κι εγώ
κι ας προσπαθείς να το κρύψεις.
Φοβάσαι κι εσύ όσο κι εγώ...
φοβάσαι... είσαι εγώ.
Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2008
Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2008
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ
Πάει καιρός από την τελευταία φορά που ανέβασα κάτι και είναι αλήθεια πως μου έλειψε πολύ, θα προσπαθήσω να είμαι πιο συνεπής φέτος :ρ
Καλή χρονιά σε όλους. Χρωματιστή σαν ουράνιο τόξο, μοσχομυριστή σαν κουλουράκι, απαλή σαν λούτρινο, μελωδική σαν τα κύμματα και ζωντανή σαν ένα πιτσιρίκι υπερκινητικό!!!
Καλή χρονιά σε όλους. Χρωματιστή σαν ουράνιο τόξο, μοσχομυριστή σαν κουλουράκι, απαλή σαν λούτρινο, μελωδική σαν τα κύμματα και ζωντανή σαν ένα πιτσιρίκι υπερκινητικό!!!
Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2007
Au lecteur
La sottise, l'erreur, le péché, la lésine,
Occupent nos esprits et travaillent nos corps,
Et nous alimentons nos aimables remords,
Comme les mendiants nourrissent leur vermine.
Nos péchés sont têtus, nos repentirs sont lâches ;
Nous nous faisons payer grassement nos aveux,
Et nous rentrons gaiement dans le chemin bourbeux,
Croyant par de vils pleurs laver toutes nos taches.
Sur l'oreiller du mal c'est Satan Trismégiste
Qui berce longuement notre esprit enchanté,
Et le riche métal de notre volonté
Est tout vaporisé par ce savant chimiste.
C'est le diable qui tient les fils qui nous remuent !
Aux objets répugnants nous trouvons des appas ;
Chaque jour vers l'enfer nous descendons d'un pas,
Sans horreur, à travers des ténèbres qui puent.
Ainsi qu'un débauché pauvre qui baise et mange
Le sein martyrisé d'une antique catin,
Nous volons au passage un plaisir clandestin
Que nous pressons bien fort comme une vieille orange.
Serré, fourmillant, comme un million d'helminthes,
Dans nos cerveaux ribote un peuple de démons,
Et, quand nous respirons, la mort dans nos poumons
Descend, fleuve invisible, avec de sourdes plaintes.
Si le viol, le poison, le poignard, l'incendie,
N'ont pas encor brodé de leurs plaisants dessins
Le canevas banal de nos piteux destins,
C'est que notre âme, hélas ! N'est pas assez hardie.
Mais parmi les chacals, les panthères, les lices,
Les singes, les scorpions, les vautours, les serpents,
Les monstres glapissants, hurlants, grognants, rampants,
Dans la ménagerie infâme de nos vices,
Il en est un plus laid, plus méchant, plus immonde !
Quoiqu'il ne pousse ni grands gestes ni grands cris,
Il ferait volontiers de la terre un débris
Et dans un bâillement avalerait le monde ;
C'est l'ennui ! - l'œil chargé d'un pleur involontaire,
Il rêve d'échafauds en fumant son houka.
Tu le connais, lecteur, ce monstre délicat,
Hypocrite lecteur, - mon semblable, - mon frère !
Charles Baudelaire
Les fleurs du mal
Occupent nos esprits et travaillent nos corps,
Et nous alimentons nos aimables remords,
Comme les mendiants nourrissent leur vermine.
Nos péchés sont têtus, nos repentirs sont lâches ;
Nous nous faisons payer grassement nos aveux,
Et nous rentrons gaiement dans le chemin bourbeux,
Croyant par de vils pleurs laver toutes nos taches.
Sur l'oreiller du mal c'est Satan Trismégiste
Qui berce longuement notre esprit enchanté,
Et le riche métal de notre volonté
Est tout vaporisé par ce savant chimiste.
C'est le diable qui tient les fils qui nous remuent !
Aux objets répugnants nous trouvons des appas ;
Chaque jour vers l'enfer nous descendons d'un pas,
Sans horreur, à travers des ténèbres qui puent.
Ainsi qu'un débauché pauvre qui baise et mange
Le sein martyrisé d'une antique catin,
Nous volons au passage un plaisir clandestin
Que nous pressons bien fort comme une vieille orange.
Serré, fourmillant, comme un million d'helminthes,
Dans nos cerveaux ribote un peuple de démons,
Et, quand nous respirons, la mort dans nos poumons
Descend, fleuve invisible, avec de sourdes plaintes.
Si le viol, le poison, le poignard, l'incendie,
N'ont pas encor brodé de leurs plaisants dessins
Le canevas banal de nos piteux destins,
C'est que notre âme, hélas ! N'est pas assez hardie.
Mais parmi les chacals, les panthères, les lices,
Les singes, les scorpions, les vautours, les serpents,
Les monstres glapissants, hurlants, grognants, rampants,
Dans la ménagerie infâme de nos vices,
Il en est un plus laid, plus méchant, plus immonde !
Quoiqu'il ne pousse ni grands gestes ni grands cris,
Il ferait volontiers de la terre un débris
Et dans un bâillement avalerait le monde ;
C'est l'ennui ! - l'œil chargé d'un pleur involontaire,
Il rêve d'échafauds en fumant son houka.
Tu le connais, lecteur, ce monstre délicat,
Hypocrite lecteur, - mon semblable, - mon frère !
Charles Baudelaire
Les fleurs du mal
Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2007
Ο φάρος...
Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου…
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς, και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες, και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι, και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου,
και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.
Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο,
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω,
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα,
τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
Sara Kane "Crave"
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς, και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες, και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι, και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου,
και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.
Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο,
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω,
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα,
τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
Sara Kane "Crave"
Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2007

Και τρέχαμε στις αλάνες
Και χτυπούσαμε τα γόνατά μας
Και παίζαμε κυνηγητό
Και παίζαμε ξύλο
Και κάναμε ομάδες
Και μαλώναμε με τους άλλους
Και κουβεντιάζαμε μέχρι να νυχτώσει
Και φοβόμασταν να πάμε σπίτια μας
Και είχαμε απίστευτα προβλήματα
Και δεν είχαμε καθόλου προβλήματα
Και τρέχαμε στην βροχή
Κι αρρωσταίναμε από τη βροχή
Και πηγαίναμε για μπάνιο
Και δεν μας άφηναν έξω μέχρι αργά
Και γελούσαμε πολύ
Και κλαίγαμε εύκολα
Και τραγουδούσαμε πολύ
Και λυπόμασταν πολύ
Κι αγαπιόμασταν τα καλοκαίρια
Και χωρίζαμε τους χειμώνες
Και ξαναγαπιόμασταν τα καλοκαίρια
Και ξαναχωρίζαμε τους χειμώνες
Και γυρνούσαμε γύρω από τον εαυτό μας μέχρι να ζαλιστούμε
ΚΑΙ ΖΟΥΣΑΜΕ, ΖΟΥΣΑΜΕ, ΖΟΥΣΑΜΕ!
Και χτυπούσαμε τα γόνατά μας
Και παίζαμε κυνηγητό
Και παίζαμε ξύλο
Και κάναμε ομάδες
Και μαλώναμε με τους άλλους
Και κουβεντιάζαμε μέχρι να νυχτώσει
Και φοβόμασταν να πάμε σπίτια μας
Και είχαμε απίστευτα προβλήματα
Και δεν είχαμε καθόλου προβλήματα
Και τρέχαμε στην βροχή
Κι αρρωσταίναμε από τη βροχή
Και πηγαίναμε για μπάνιο
Και δεν μας άφηναν έξω μέχρι αργά
Και γελούσαμε πολύ
Και κλαίγαμε εύκολα
Και τραγουδούσαμε πολύ
Και λυπόμασταν πολύ
Κι αγαπιόμασταν τα καλοκαίρια
Και χωρίζαμε τους χειμώνες
Και ξαναγαπιόμασταν τα καλοκαίρια
Και ξαναχωρίζαμε τους χειμώνες
Και γυρνούσαμε γύρω από τον εαυτό μας μέχρι να ζαλιστούμε
ΚΑΙ ΖΟΥΣΑΜΕ, ΖΟΥΣΑΜΕ, ΖΟΥΣΑΜΕ!
Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2007
Προτάσεις αφορμές.
Σε χαζεύω για άλλη μια φορά, τα μάτια σου έχουν τη σιωπή τους και φοβάμαι, την τρέμω αυτή τους τη σιωπή, τώρα περισσότερο από ποτέ, απόψε που είναι η τελευταία μας νύχτα.
Οι ώρες κατεβαίνουν ανάβοντας τ' αστέρια κι εγώ δεν θέλω να κοιμηθώ, θέλω να περάσω τη νύχτα αποτυπώνοντας το πρόσωπό σου στο μυαλό μου, στην καρδιά μου. Ξέρω πως ότι κι αν γίνει κρατάω την καρδιά σου, την κρατάω μέσα στην καρδιά μου. Οι ώρες περνούν και διώχνω τον ύπνο, απόψε θέλω να μείνω άγρυπνη δίπλα σου. Η πόλη ξυπνά μ' ένα τραγούδι στα χείλη, σου λέω καλημέρα, στο βλέμμα σου ηχεί η χαρά, ανοίγω το παράθυρο στη μέρα. Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας.
Οι ώρες κατεβαίνουν ανάβοντας τ' αστέρια κι εγώ δεν θέλω να κοιμηθώ, θέλω να περάσω τη νύχτα αποτυπώνοντας το πρόσωπό σου στο μυαλό μου, στην καρδιά μου. Ξέρω πως ότι κι αν γίνει κρατάω την καρδιά σου, την κρατάω μέσα στην καρδιά μου. Οι ώρες περνούν και διώχνω τον ύπνο, απόψε θέλω να μείνω άγρυπνη δίπλα σου. Η πόλη ξυπνά μ' ένα τραγούδι στα χείλη, σου λέω καλημέρα, στο βλέμμα σου ηχεί η χαρά, ανοίγω το παράθυρο στη μέρα. Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας.
Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2007
Φόνος
Βροχή μαύρη, παγωμένη, ξένη,Ανυπόφορη, βαριά μυρουδιά μούχλας,
Εκλεισαν οι πόρτες,
Σέρνονται τα όνειρα.
Δύσκολο ν’αγαπάς,
Εύκολο να απογοητεύσαι,
Συντριπτική η πτώση,
Ακαριαίος ο θάνατος.
Εσερνε τα βήματα της από δωμάτιο σε δωμάτιο, δεν μπορούσε να το χωνέψει! Δεν ήταν δυνατόν, αυτός ο άνθρωπος, ο άνθρωπός της να έκανε κάτι τέτοιο. Δεν μπορεί, κάποια άλλη εξήγηση θα υπήρχε!
Τον είχε θαυμάσει από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους. Ενας άνθρωπος που συνδύαζε την καρδιά με το μυαλό, ένας άνθρωπος που πρώτα σκεφτόταν το γενικότερο καλό και μετά τον εαυτό του. Αυτή τουλάχιστον έτσι ένιωθε.
Κάποια στιγμή η σχέση τους έγινε πραγματικότητα, ένιωθε να πετάει σ’ενα ροζ κύμα ευτυχίας. Πόση ηρεμία κι αγάπη ένιωθε, πόση απόλαυση κι ευγνωμοσύνη. Δύο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι είχαν βρεθεί κι είχαν δέσει μ’εναν τρόπο σπάνιο, είχαν νιώσει ότι βρήκαν αυτό που έψαχναν. Αυτή τουλάχιστον έτσι ένιωθε.
Τα χρόνια περνούσαν με πολλά σκαμπανεβάσματα, είναι δύσκολο να συμβιώνουν δύο τόσο διαφορετικοί άνθρωποι, τα καταφερναν όμως κι έβγαιναν από κάθε εμπόδιο μιας και όσο πέρναγε ο καιρός τόσο περισσότερο ένιωθαν πων ήταν ο ένας για τον άλλο. Αυτή τουλάχιστον έτσι ένιωθε.
Μέχρι τη μέρα που ο άνθρωπός της τράβηξε το μαχαίρι και τη χαράκωσε, μέχρι τη μέρα που με μια του φράση διέγραψε τα τόσα χρόνια κοινής τους ζωής. Ενα ψέμα ήταν γι’αυτόν, μια μονόπλευρη σχέση, μια σχέση χωρίς κατανόηση. Αυτός τουλάχιστον έτσι ένιωθε.
Εσερνε τα βήματα της από δωμάτιο σε δωμάτιο, δεν μπορούσε να το χωνέψει! Δεν ήταν δυνατόν, αυτός ο άνθρωπος, ο άνθρωπός της να έκανε κάτι τέτοιο. Δεν μπορεί, κάποια άλλη εξήγηση θα υπήρχε!
Τα λόγια του δεν την άφηναν σε ησυχία, ψέμα, έλλειψη κατανόησης, ψέμα...Δεν είχε ξανανιώσει τέτοια προδοσία, τέτοια απογοήτευση...μια αντίδραση...τον σκότωσε!
Τρίτη 28 Αυγούστου 2007
Όμορφος κόσμος...

Σιωπή, αμήλικτος ήχος, επικίνδυνη απειλή.
Σιωπή ματωμένη, σιωπή κομματιασμένη, καρβουνιασμένη,
Ατέλειωτη σιωπή. Λόγια βουβά που πλημμυρίζουν τα μάτια,
Λόγια άχρωμα που δεν φτάνουν στα αφτιά, λόγια μικρά,
Ανύμπορα, λόγια ανείπωτα.
Χέρια γρδαρμένα, δουλεμένα, στάζουν τον πόνο και την οργή.
Πρόσωπα καπνισμένα, μάτια κόκκινα από το κλάμα, από την καπνιά
Μάτια χαμένα, απορημένα, μάτια απαρηγόρητα.
Παιδιά μουτζουρωμένα, κλαμμένα, μόνα,
Παιδιά άστεγα, πεινασμένα, ταλαιπωρημένα,
Παιδιά αγέλαστα, γερασμένα, χωρίς ελπίδα παιδιά.
Δευτέρα 6 Αυγούστου 2007
Καλοκαιρινά ταξίδια

Επιτέλους ησυχία, ένα βιβλίο στο χέρι και με αργά βήματα στην χουχουλιαστή πολυθρόνα, την ειδική για άνετο και απολαυστικό διάβασμα. Μετά από καιρό έχω την πολυτέλεια να χωθώ στην αγαπημένη μου πολυθρόνα για να ακολουθήσω τα χνάρια ενός ήρωα, να γευτώ ότι γεύεται, να αγγίξω ότι αγγίζει. Είναι αυτές οι φορές που δεν έχει σημασία τι γίνεται στον πραγματικό κόσμο, το μυαλό μου μένει στον ήρωα του βιβλίου που διαβάζω ακόμη κι όταν δουλεύω.
Τώρα όμως είναι η απόλυτη απόλαυση, τα τσιγάρα μου δίπλα μου, η κούπα με τον αχνιστό καφέ, το τασάκι…όλα σε απόσταση τεντώματος του χεριού. Τα τηλέφωνα κατεβασμένα! Επιτέλους, ώρα για ταξίδια!
Όλη τη γη έχω γυρίσει έτσι, πότε παρέα μ’έναν καπετάνιο, πότε παρέα με έναν μάγο, πότε στη ράχη ενός άλμπατρος…Τα πιο όμορφα ταξίδια μου τα έχω κάνει μέσα από τα βιβλία, όλων των ειδών τα βιβλία, όλων των περιεχομένων και ιστοριών. Αρκεί ο συγγραφέας να ξέρει να με πιάσει από το χέρι και να με πάρει μαζί του. Αυτός είναι το παν στο βιβλίο, αν δεν ξέρει να σου απλώσει το χέρι, μένεις εκεί, καθισμένος στην χουχουλιαστή πολυθρόνα με μια πικρή γεύση στο στόμα, με τη γεύση ενός ταξιδιού που δεν ξεκίνησε ποτέ.
Και είναι δύσκολη η στιγμή που κλείνεις ένα βιβλίο γιατί δεν ήταν έγκυρο το εισιτήριο, πονάει. Είναι σαν να φτάνεις στην αποβάθρα και να βλέπεις το πλοίο να φεύγει, χωρίς εσένα… Ευτυχώς δεν το έχω χάσει πολλές φορές κι έχω κάνει μαγικά ταξίδια, γεμάτα εικόνες, χρώματα και μουσική.
Μπροστά σ’ένα πλοίο βρίσκομαι και πάλι, έτοιμη να ταξιδέψω, ο σάκος στον ώμο, τα τσιγάρα μου στο χέρι, κάπου στο βάθος ο Γιώργος παίζει μουσική, δεν ξέρω τι είναι, Μότσαρτ ίσως, δεν έχει σημασία, μου αρκεί που μου κουνάει το μαντίλι και φουσκώνει τα πανιά για το ταξίδι μου. Ήρθε η ώρα, ανοίγω την πρώτη σελίδα…φεύγω τώρα, καλό μου ταξίδι.
Τώρα όμως είναι η απόλυτη απόλαυση, τα τσιγάρα μου δίπλα μου, η κούπα με τον αχνιστό καφέ, το τασάκι…όλα σε απόσταση τεντώματος του χεριού. Τα τηλέφωνα κατεβασμένα! Επιτέλους, ώρα για ταξίδια!
Όλη τη γη έχω γυρίσει έτσι, πότε παρέα μ’έναν καπετάνιο, πότε παρέα με έναν μάγο, πότε στη ράχη ενός άλμπατρος…Τα πιο όμορφα ταξίδια μου τα έχω κάνει μέσα από τα βιβλία, όλων των ειδών τα βιβλία, όλων των περιεχομένων και ιστοριών. Αρκεί ο συγγραφέας να ξέρει να με πιάσει από το χέρι και να με πάρει μαζί του. Αυτός είναι το παν στο βιβλίο, αν δεν ξέρει να σου απλώσει το χέρι, μένεις εκεί, καθισμένος στην χουχουλιαστή πολυθρόνα με μια πικρή γεύση στο στόμα, με τη γεύση ενός ταξιδιού που δεν ξεκίνησε ποτέ.
Και είναι δύσκολη η στιγμή που κλείνεις ένα βιβλίο γιατί δεν ήταν έγκυρο το εισιτήριο, πονάει. Είναι σαν να φτάνεις στην αποβάθρα και να βλέπεις το πλοίο να φεύγει, χωρίς εσένα… Ευτυχώς δεν το έχω χάσει πολλές φορές κι έχω κάνει μαγικά ταξίδια, γεμάτα εικόνες, χρώματα και μουσική.
Μπροστά σ’ένα πλοίο βρίσκομαι και πάλι, έτοιμη να ταξιδέψω, ο σάκος στον ώμο, τα τσιγάρα μου στο χέρι, κάπου στο βάθος ο Γιώργος παίζει μουσική, δεν ξέρω τι είναι, Μότσαρτ ίσως, δεν έχει σημασία, μου αρκεί που μου κουνάει το μαντίλι και φουσκώνει τα πανιά για το ταξίδι μου. Ήρθε η ώρα, ανοίγω την πρώτη σελίδα…φεύγω τώρα, καλό μου ταξίδι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)